Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2017

Ευρωσκεπτικισμός: ο λαϊκιστικός εθνικισμός ως απειλή για την Ευρωπαϊκή Ένωση
της Άντας Καλλιτέρη
 
Το 2016 επιφύλασσε μεγάλες ανατροπές σε διεθνές επίπεδο. Η εκλογή του Donald Trump στην Προεδρία των ΗΠΑ θεωρείται ιστορικής σημασίας. Η επικράτηση του Ρεπουμπλικάνου Trump εδραιώθηκε σε μεγάλο βαθμό στην αυξανόμενη δυσαρέσκεια των Αμερικάνων πολιτών με τις πιέσεις της παγκοσμιοποίησης. Η απελευθέρωση των αγορών και η ελεύθερη μετανάστευση ήταν τα δύο βασικά ζητήματα που τέθηκαν στο τραπέζι[1]. Ο νεοεκλεγείς Trump πρεσβεύει ένα νέο είδος ηγετών που επικρίνουν το σύστημα το οποίο τους ανέδειξε και ζητούν την εξάλειψη των ελιτιστικών πολιτικών. Αυτοί οι πολιτικοί δεν είναι αποκλειστικότητα των ΗΠΑ, αλλά πρόσφατα κυριαρχούν και στην Ευρωπαϊκή πολιτική, υπό τον μανδύα του Ευρωσκεπτικισμού.                                         
Ο Ευρωσκεπτικισμός αποτελεί μία από τις αγαπημένες λέξεις για τα κυρίαρχα μέσα επικοινωνίας κατά τα τελευταία χρόνια, ωστόσο εμφανίστηκε στην πολιτική ρητορική από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Χαρακτηριστικά, η Margaret Thatcher χρησιμοποιούσε τον όρο υπογραμμίζοντας την ανησυχία της για τα αμφισβητούμενα όρια μεταξύ εθνικής κυριαρχίας και κεντρικής Ευρωπαϊκής εξουσίας[2]. Πράγματι, στον πυρήνα του Ευρωσκεπτικισμού βρίσκεται ο φαινομενικά άλυτος ανταγωνισμός μεταξύ εθνικού κράτους και διακρατικής ένωσης. Για τον Taggart, «ο Ευρωσκεπτικισμός εκφράζει την ιδέα της ευκαιριακής ή προσδιορισμένης αντίθεσης, καθώς και την κατηγορηματική και ασαφή αντίσταση, στη διαδικασία της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης»[3].                 
Η εννοιολογική αυτή ευρύτητα παραπέμπει πρακτικά στην ποικιλομορφία που λαμβάνει το φαινόμενο[4]. Οι διαφορετικές μορφές του Ευρωσκεπτικισμού έχουν συντελέσει στην αμήχανη αντίδραση πολλών πολιτικών αλλά και ερευνητών για το φαινόμενο. Εξάλλου, για την δεσπόζουσα πλειοψηφία των πολιτικών επιστημόνων η Ευρωπαϊκή ενοποίηση αποτελούσε έναν μονόδρομο- μία προοδευτική διαδικασία κατά την οποία δεν θα υπήρχαν ουσιώδη βήματα προς τα πίσω[5]         
Πιο συγκεκριμένα, διακρίνονται τρία ρεύματα Ευρωσκεπτικισμού. Το πρώτο θεωρεί πως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι αρκετά περιεκτική καθώς αποκλείει συγκεκριμένες περιοχές ή ομάδες από τα θετικά αποτελέσματα της ενοποίησης[6]. Το δεύτερο θεωρεί πως η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ακατάλληλη ως εργαλείο ενοποίησης καθώς αδυνατεί να διαχειριστεί τα πολύπλοκα προβλήματα των διαφορετικών κρατών- μελών[7]. Και τέλος, το τρίτο αντιτίθεται σε κάθε μορφή Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, προτιμώντας το εθνικό κράτος ως δομή[8]. Αυτές οι διαφορετικές θεωρήσεις της ενωμένης Ευρώπης εκφράζονται και ιδεολογικά, παρά το γεγονός ότι ο Ευρωσκεπτικισμός εντοπίζεται πλέον και στα δύο πολιτικά άκρα[9]. Όπως παρατηρεί μία πρόσφατη έρευνα, η άκρα αριστερά τείνει να καταδικάζει τις πολιτικές επιλογές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως την απελευθέρωση των αγορών και την υποχώρηση του κράτους πρόνοιας[10]. Αντίθετα, η άκρα δεξιά ανησυχεί για τις οικονομικές πρακτικές, πρωτίστως όμως αντιτίθεται στην κατάλυση της εθνικής κυριαρχίας μέσω της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης[11]. Επομένως, η αριστερή θεώρηση είναι κατά βάση πολιτική, ενώ η δεξιά θεώρηση είναι κατά βάση οντολογική. Η οντολογική αυτή προσέγγιση επικεντρώνεται σε διάφορες σύγχρονες κοινωνικοπολιτισμικές ανησυχίες, για παράδειγμα την ελεύθερη εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, την πολυπολιτισμικότητα των σύγχρονων Ευρωπαϊκών κρατών, και την εξάλειψη των εθνικών παραδόσεων[12]. Αυτή η μορφή του Ευρωσκεπτικισμού είναι ίσως η εντονότερη απειλή για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το 2016 ήταν ένα ακόμα περιπετειώδες έτος για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η αδυναμία επίλυσης ποικίλων εξωτερικών προβλημάτων, όπως οι διαφορές με τη Ρωσία για την Ουκρανία και τη Συρία, η αναποτελεσματική αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης και των τρομοκρατικών απειλών, τα εμφανή συστημικά κατάλοιπα της οικονομικής αβεβαιότητας, αλλά και οι αυξανόμενοι θεσμικοί τριγμοί είναι τα ζητήματα που θα τεθούν εκ νέου στην ατζέντα των Ευρωπαίων ηγετών[13]. Εντούτοις, σύμφωνα με τους πολιτικούς αναλυτές, η μεγαλύτερη απειλή για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η άνοδος του λαϊκισμού[14]. Παραδοσιακά, ο λαϊκισμός θεωρείται ως ο εκφυλισμός της δημοκρατίας εφόσον αξιοποιείται ως εργαλείο της ρητορικής αντιπαράθεσης όταν η διακυβέρνηση έχει απολέσει κάθε ουσιώδη πολιτική εννοιολόγιση[15]. Ως ιδιαίτερη έκφραση του λαϊκισμού, ο Ευρωσκεπτικισμός έρχεται να καλύψει το πολιτικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης[16]. Πιο συγκεκριμένα, η απουσία πολιτικής σύγκρουσης και σαφούς οριοθέτησης μεταξύ κυβερνώντων και αντιπολιτευόμενων στους θεσμούς της ένωσης υπονομεύει την πολιτική νομιμοποίησή της, σύμφωνα με τους μελετητές[17].                                                          
Ο Taggart αποδίδει τρία χαρακτηριστικά στον λαϊκισμό: την ιδεολογική του ευελιξία, την κριτική κατά των θεσμών και την επίκληση σε μία ουτοπική πατρίδα[18]. Λαμβάνοντας υπόψη αυτό το μοντέλο, γίνεται εύκολα αντιληπτό πώς θεμελιώνεται ο ακροδεξιός Ευρωσκεπτικισμός. Αρχικά, η ιδεολογική ευελιξία του εθνικισμού είναι αρκετά ευρεία καθώς προσαρμόζεται ανά περίπτωση, από το φάσμα του πατριωτισμού μέχρι την επιθετική ξενοφοβία. Επιπροσθέτως, οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί καταδικάζονται ως τεχνοκρατικοί και ελιτιστικοί, έχοντας ήδη χάσει τη δημοκρατική τους νομιμοποίηση. Τέλος, το έθνος- κράτος ως ουτοπική αντιπροσώπευση κάθε ιδανικού είναι μία γνώριμη ιδέα για την Ευρωπαϊκή ήπειρο. Συνεπώς, ο ακροδεξιός λαϊκισμός ανθεί στο τρέχον πολιτικό περιβάλλον.               Μία συνοπτική ανασκόπηση των εξελίξεων του 2016, αποδεικνύει την ανοδική πορεία του εθνικιστικού Ευρωσκεπτικισμού. Το ισχυρότερο πλήγμα ήταν η διχαστική απόφαση του Βρετανικού δημοψηφίσματος υπέρ της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το Brexit, εκτός από την απόρριψη της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, σηματοδότησε την ήττα των δύο μεγαλύτερων Βρετανικών κομμάτων και την ανάδυση λαϊκιστικών φιγούρων, όπως ο Nigel Farage[19]. Την ίδια στιγμή, η Αυστρία αντιμετώπιζε την πιθανότητα εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας από ακροδεξιό κόμμα. Ο Norbert Hofer, του Κόμματος της Ελευθερίας, είχε αναφέρει πως αν εκλεγόταν θα προωθούσε αντίστοιχο δημοψήφισμα σχετικά με τη θέση της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση[20]. Παρά την τελική νίκη του Πράσινου υποψηφίου Alexander Van der Bellen[21], η οριακή αναμέτρηση και η επικράτηση του Hofer στην πλειοψηφία των επαρχιακών περιφερειών καταδεικνύει την εθνικιστική μεταστροφή των Αυστριακών[22]                                         
Η πολιτική αβεβαιότητα επικράτησε και στην Ιταλία μετά τη δημοψηφισματική απόρριψη των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων και την παραίτηση του Matteo Renzi από την Πρωθυπουργία[23]. Παρά το γεγονός ότι ο Renzi είχε επικρίνει έντονα τις Ευρωπαϊκές πολιτικές επιλογές των τελευταίων μηνών, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ενδυνάμωσε τα Ευρωσκεπτικιστικά κινήματα, όπως τη Λέγκα του Βορρά[24]. Σε περίπτωση που οι Ιταλοί καταφύγουν άμεσα στις κάλπες, το Ευρωσκεπτικιστικό Κίνημα των Πέντε Αστέρων φαίνεται να επικρατεί των αντιπάλων του[25].                                     
Η μεγαλύτερη ανησυχία των μετριοπαθών πολιτικών, ωστόσο, επικεντρώνεται στις επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Στη Γαλλία, το Εθνικό Μέτωπο της Marine Le Pen προβλέπεται να αποκλείσει τους Σοσιαλιστές, καταλήγοντας σε μία αναμέτρηση με τους Συντηρητικούς του François Fillon[26]. Ακόμα και αν η εθνικίστρια Le Pen ηττηθεί στον δεύτερο γύρο των Προεδρικών Εκλογών, όπως προβλέπουν οι δημοσκοπήσεις[27], το κέντρο της Γαλλικής πολιτικής θα έχει αναπόφευκτα μετακυλήσει. Λίγους μήνες αργότερα, η τελευταία ισχυρή φιλελεύθερη ηγέτης στην Ευρώπη, η Angela Merkel, καλείται να επικρατήσει για τέταρτη φορά στη Γερμανία. Η αποστολή της, όμως, δυσχεραίνει εξαιτίας της ανόδου του εθνικιστικού κινήματος Εναλλακτική για την Γερμανία. Ενισχυμένο από την προσφυγική κρίση και τις τρομοκρατικές επιθέσεις στην Ευρώπη, το λαϊκιστικό κόμμα δεν έχει ακόμα αξιώσεις στην εξουσία, θα διαδραματίσει όμως σημαντικό ρόλο για τη διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας μέχρι την εκλογική αναμέτρηση[28]. Ο εθνικιστικός Ευρωσκεπτικισμός φαίνεται να έχει εδραιωθεί στα κράτη που έθεσαν τα θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Αυτή η επάνοδος των εθνικιστικών στοιχείων επτά δεκαετίες μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου εγείρει πολλά ερωτήματα για το μέλλον της Ευρώπης. Μπορούν οι ηγέτες της ένωσης, αλλά και των κρατών- μελών να αντιμετωπίσουν αυτή την απειλή; Για ορισμένους, η λύση δεν βρίσκεται στις Βρυξέλλες, αλλά στην ενίσχυση των κρατών. Σύμφωνα με αυτή την πρόταση, η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να ασχολείται με τα ζητήματα που τα μεμονωμένα μέλη δυσκολεύονται να διαχειριστούν, όπως η εξωτερική πολιτική[29]. Αντίθετα, οι πολίτες χρειάζονται να νιώσουν πως οι εσωτερικές αποφάσεις, όπως η οικονομική πολιτική, λαμβάνονται από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις τους. Μία τέτοια διάκριση, εντούτοις, ενδέχεται να προκαλέσει περαιτέρω τριβές μεταξύ των Ευρωπαϊκών θεσμών και των εθνικών κυβερνήσεων[30]. Σε κάθε περίπτωση, η ηγεσία της Ένωσης έχει υποχρέωση να προσφέρει μία νέα πολιτική πνοή στη φαινομενικά τεχνοκρατική δομή της. Μία από τις πιο βασικές ελλείψεις της Ευρώπης σήμερα είναι η απουσία οποιουδήποτε οράματος για το μέλλον.                           
Συνοψίζοντας, το τρέχον πολιτικό περιβάλλον διευκολύνει την εξάπλωση των λαϊκιστικών Ευρωσκεπτικιστικών αισθημάτων στους πολίτες. Αυτά τα αισθήματα, που συχνά αποτυπώνονται στις εκλογικές προτιμήσεις των ψηφοφόρων, θέτουν σε κίνδυνο τις βάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου ο Ευρωσκεπτικισμός λαμβάνει εθνικιστικό χαρακτήρα, οι θεμελιακές αξίες της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης απειλούνται. Επομένως, οι ηγέτες της Ένωσης, τόσο σε κεντρικό-θεσμικό επίπεδο, όσο και στις τοπικές κυβερνήσεις, καλούνται να νομιμοποιήσουν εκ νέου την πολιτική ζωή των κρατών- μελών. Η δυνητική λύση σε αυτό το πρόβλημα δεν μπορεί να αποτελεί μία απλή διαχείρισή του, αλλά διαμόρφωση ενός συνεκτικού οράματος για το μέλλον της Ευρωπαϊκής ηπείρου.
 


[1] Hirsh, Michael (2016), “Why the new nationalists are taking over”, Politico Europe, 29 Ιουνίου. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.politico.eu/article/why-the-new-nationalists-are-taking-over-donald-trump-boris-johnson-nigel-farage-vladimir-putin/ {Ημερομηνία πρόσβασης: 2016-12-27}.
[2] Apodaca, Ariane & Robillard, Lisa (2016), “Euroscepticism”, Cardiff University Press, p.2. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://aei.pitt.edu/75531/2/Euroscepticism.pdf {Ημερομηνία πρόσβασης: 2016-12-27}.
[3] Taggart,  Paul (1997), “The populist politics of Euroscepticism”, 5th Biennial Conference of the European Community Studies Association, p.4. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://aei.pitt.edu/2740/1/002543_1.pdf {Ημερομηνία πρόσβασης: 2016-12-27}.
[4] Ibid.
[5] Leconte, Cecile (2015), “From pathology to mainstream phenomenon: reviewing the Euroscepticism debate in research and theory”, International Political Science Review, Vol.36 (3), p. 252.
[6] Taggart,  Paul p.3. Ibid.
[7] Ibid.
[8] Ibid.
[9] Ibid,  p.15.
[10] Van Elsas, Erika J., Hakhverdian, Armen & van der Brug, Wouter (2016), “United against a common foe? The nature and origins of Euroscepticism among left-wing and right-wing citizens”, West European Politics, DOI: 10.1080/01402382.2016.1175244, p. 2.
[11] Ibid.
[12] Ibid, p. 4.
[13] Herszenhorn, David M. et al. (2016), “Europe confronts limitations at year-end summit”, Politico Europe, 18 Δεκεμβρίου. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.politico.eu/article/europe-confronts-limitations-at-year-end-summit-brexit-greece-ukraine-syria/ {Ημερομηνία πρόσβασης: 2016-12-27}. 
[14] Croet, Cynthia (2016), “Brexit deadline not feasible, say insiders”, Politico Europe, 17 Δεκεμβρίου. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.politico.eu/article/brexit-deadline-not-feasible-say-insiders-eu-turkey-populism/ {Ημερομηνία πρόσβασης: 2016-12-27}.
[15] Leconte, Cecile (2015), “From pathology to mainstream phenomenon: reviewing the Euroscepticism debate in research and theory”, International Political Science Review, Vol.36 (3), p. 255.
[16] Ibid.
[17] Ibid, p. 255-256.
[18] Taggart,  Paul (1997), “The populist politics of Euroscepticism”, 5th Biennial Conference of the European Community Studies Association, p. 16-17. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://aei.pitt.edu/2740/1/002543_1.pdf {Ημερομηνία πρόσβασης: 2016-12-27}.
[19] Hirsh, Michael (2016), “Why the new nationalists are taking over”, Politico Europe, 29 Ιουνίου. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.politico.eu/article/why-the-new-nationalists-are-taking-over-donald-trump-boris-johnson-nigel-farage-vladimir-putin/[{Ημερομηνία πρόσβασης: 2016-12-27}.
[20] Kroet, Cynthia (2016), “Austria’s far right candidate considers EU referendum”, Politico Europe, 24 Νοεμβρίου. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.politico.eu/article/austrias-far-right-candidate-considers-eu-referendum/ {Ημερομηνία πρόσβασης: 2016-12-27}.
[21] Eder, Florian (2016), “Far right loses in Austria”, Politico Europe, 4 Δεκεμβρίου. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.politico.eu/article/green-wins-austrian-presidency-beating-far-right-candidate/ {Ημερομηνία πρόσβασης:: 2016-12-27}.
[22] Ibid.
[23] Paravicini, Giulia & Barigazzi, Jacopo (2016), “Matteo Renzi resigns after Italian referendum rout”, Politico Europe, 4 Δεκεμβρίου. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.politico.eu/article/matteo-renzi-loses-italian-referendum-exit-poll {Ημερομηνία πρόσβασης: 2016-12-27}.
[24] Ibid.
[25] Ibid.
[26] Kroet, Cynthia (2016), “Manuel Valls would lose French presidency in first round: poll”, Politico Europe, 7 Δεκεμβρίου. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.politico.eu/article/manuel-valls-french-presidency-marine-le-pen/ {Ημερομηνία πρόσβασης:2016-12-27}.
[27] Ibid.
[28] Schwartz, Yardena (2016), “Germany’s far right rises again”, Politico Europe, 26 Δεκεμβρίου. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.politico.eu/article/germanys-far-right-rises-again/ {Ημερομηνία πρόσβασης: 2016-12-27}.
[29] Matthijs, Matthias (2016), “Europe after Brexit: a less perfect union”, Foreign Affairs, Δεκέμβριος. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2016-12-12/europe-after-brexit {Ημερομηνία πρόσβασης: 2016-12-27}.
[30] Sheftalovich, Zoya (2016), “Ireland says EU exceeded powers in Apple case”, Politico Europe, 19 Δεκεμβρίου. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.politico.eu/article/ireland-says-eu-exceeded-powers-in-apple-case/ {Ημερομηνία πρόσβασης: 2016-12-19}.
Share:
Η καταπάτηση των δικαιωμάτων της LGBT κοινότητας στη Ρωσία
 
της Γκρέϊς Γκουμένι
 
Οι νόμοι που αφορούν λεσβίες (lesbian), ομοφυλόφιλους (gay), αμφιφυλόφιλους (bisexual) και τρανσέξουαλ (transsexual) ανθρώπους[1] έχουν εξελιχθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Μέχρι τη σεξουαλική επανάσταση της δεκαετίας του ’60 δεν υπήρχε συγκεκριμένη ονομασία που να περιγράφει τα άτομα που ανήκουν σε αυτές τις ομάδες εκτός από τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς της ετεροφυλόφιλης κοινωνίας. Τις τελευταίες δεκαετίες, οι ΛΟΑΤ κοινότητες μάχονται[2] για να εξαλείψουν τις διακρίσεις εις βάρος τους και να προωθήσουν πολιτικές ίσων δικαιωμάτων με τον ετερόφυλο πληθυσμό, έτσι ώστε η κατοχύρωση πάσης φύσεως δικαιωμάτων να γίνει κοινή για όλους[3]. Παρόλα αυτά τα LGBT άτομα υπόκεινται σε πολλές χώρες της γης σε νομικές και κοινωνικές προκλήσεις. Εν προκειμένω είναι γεγονός ότι τα ομόφυλα άτομα στη Ρωσία έχουν ελάχιστα έως και καθόλου δικαιώματα[4]. Αξίζει να αναφέρουμε ότι το ποσοστό των ομοφυλοφίλων το 2003 ήταν στο 3,7% ενώ το 2012 μετά από μια πολιτική διακρίσεων υποστηριζόμενη από την κυβέρνηση της χώρας το ποσοστό μειώθηκε στο μόλις 1,2%. Βέβαια αν υπολογίσει κανείς, ότι την εποχή της αναγέννησης και του διαφωτισμού η Ρωσία δεν είχε καμία επαφή με τη Δύση με σκοπό να διατηρήσει τις παραδοσιακές αξίες της, αυτομάτως αντιλαμβάνεται και το σημαντικό ρόλο που παίζει –μεταξύ άλλων- ο παράγοντας αυτός σήμερα. Αξίζει να αναφερθεί πως η Ρωσία ανήκει στα έξι έθνη που έχουν πρόσφατα υιοθετήσει ή έχουν ήδη σκληρούς αντι-ομοφυλοφιλικούς νόμους[5].
Ιστορική αναδρομή 
      Τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων στη Ρωσία, ανάλογα με την εκάστοτε ηγεσία της χώρας άλλοτε απαρνήθηκαν και άλλοτε προασπίστηκαν. Συνοπτικά, ο τσάρος Ιβαν ο Τρομερός εξέδωσε το 1569 νόμο με τον οποίο η ποινή για την ανδρική ομοφυλοφιλία ήταν η εκτέλεση. Μετά την Οκτωβριανή επανάσταση το 1918 με τον Λένιν η ομοφυλοφιλία αποποινικοποιήθηκε αλλά ακόμα και σε αυτό το χωρίς τη παραμικρή θρησκευτική επιρροή καθεστώς παρέμεινε κοινωνικά στιγματισμένη. Ο διάδοχος του ο Στάλιν την ποινικοποίεισαι εκ νέου με νόμο το 1936 σύμφωνα με τον οποίο οποίος συλλαμβάνονταν στέλνονταν για καταναγκαστική εργασία στη Σιβηρία όπου οι συνθήκες ήταν άθλιες και πολλοί άνθρωποι έχασαν μέχρι και τη ζωή τους. Το 1993 αποποινικοποιήθηκε ξανά με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ από τον πρόεδρο Boris Yieltsin ωστόσο όμως ο κοινωνικός και πολιτικός στιγματισμός της διατηρήθηκε πολύ ισχυρός.
 
Νεότερη ιστορία 
    Η ανάληψη της εξουσίας από τον Vladimir Putin σήμανε μια πιο αυστηρή πολιτική στα δικαιώματα των LGBT. Αναλυτικότερα, ο πρόεδρος Putin όταν επανεκλέχθηκε ζήτησε από τη Ρωσική Δούμα να εγκρίνει ένα νέο νομοσχέδιο[6][7], το οποίο απαγόρευε την προπαγάνδα των μη παραδοσιακών σχέσεων(κτηνοβασία, ομοφυλοφιλία, παιδεραστία)σε δημόσιους χώρους. Ο νόμος εγκρίθηκε με όλα τα μέλη να ψηφίζουν υπέρ και μόνο μια αποχή. Το περιεχόμενο του κατακρίθηκε τόσο από οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα όσο και από ευρωπαϊκά και αμερικανικά ΜΜΕ. Η διεθνής κοινότητα έκρινε συνεπώς ότι ένα τέτοιο γεγονός όχι μόνο σχεδόν ποινικοποιεί[8] την ομοφυλοφιλία, εφόσον ακόμα και ένα φιλί σε δημόσιο χώρο μπορεί να σε οδηγήσει σε σύλληψη, αλλά ακόμη ότι εξισώθηκε η ομοφυλοφιλική σχέση με την παιδεραστία η την κτηνοβασία σε θεσμικό επίπεδο και στη συνείδηση της κοινής γνώμης. Αξίζει να αναφέρουμε ότι σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις η πλειοψηφία της κοινής ρωσικής γνώμης τοποθετείται αρνητικά όσον αφορά την ομοφυλοφιλική σχέση[9].
 

Υπόθεση Alekseev v.Russia[10]

     Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης κατοχυρώνεται τόσο στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης[11] όσο και σε διεθνές επίπεδο. Στον τομέα αυτόν εξαιρετικά σημαντικός είναι τόσο ο ρόλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, όσο και του ΟΗΕ. Στο Συμβούλιο της Ευρώπης υφίστανται όργανα[12] ειδικά επιφορτισμένα µε την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Μπορούμε να ξεχωρίσουμε τον σημαντικό ρόλο που διαθέτει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) που επιβλέπει την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ).  Η υπόθεση Alekseev εναντίον Ρωσίας είναι η πρώτη προσφυγή που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο  Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταδικάζει τη Ρωσία για ζήτημα που αφορά την καταπάτηση των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων. Πιο συγκεκριμένα, στη Ρωσία δεν έχει διεξαχθεί πότε ως τώρα νόμιμη παρέλαση υπερηφάνειας. Τα Pride ποτέ δεν έπαιρναν άδεια από τις αρχές για να διεξαχθούν, ενώ όταν γινόταν η προσπάθεια διεκπεραίωσης τους πολλοί διαδηλωτές είτε συλλαμβάνονταν είτε γίνονταν θύματα αστυνομικής βίας. Ο γνωστός στη χώρα ακτιβιστής λοιπόν κατήγγειλε στο Δικαστήριο ότι η απαγόρευση της Πορείας Υπερηφάνειας στη Μόσχα το 2006, το 2007 και το 2008 παραβίαζε την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Το ΕΔΑΔ συμφώνησε και καταδίκασε τη Ρωσία, επιβάλλοντάς της πρόστιμο 27.510 ευρώ, τα οποία υποχρεώνεται να καταβάλλει στον Alekseev ως αποζημίωση και να φροντίσει για τη σωστή διεξαγωγή Pride τόσο στη Μόσχα όσο και στην Αγία Πετρούπολη. Πιο συγκεκριμένα το 2011 και οι πέντε δικαστές ομόφωνα αποφάνθηκαν ότι η Ρωσία έχει παραβιάσει δικαιώματα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης  Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όπως είναι:
* το άρθρο 11, που κατοχυρώνει την ελευθερία του συνέρχεσθαι 
* το άρθρο 14, την απαγόρευση των διακρίσεων - σε συνδυασμό με το άρθρο 11
* το άρθρο 13, το δικαίωμα στην αποτελεσματική προσφυγή
Ωστόσο ο Ρώσος υπουργός δικαιοσύνης δήλωσε πως η Ρωσία δεν θα υπακούσει σε μια απόφαση που είναι αντίθετη με τη πλειοψηφία της κοινής γνώμης. Επιπροσθέτως, το 2012 με απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου απαγόρευσε τα gay pride για 100 χρόνια, ενώ το 2013 με το νονό περί γκέι προπαγάνδας τα Pride θεωρήθηκαν ότι προπαγανδίζουν[13] την ομοφυλοφιλία και απαγορεύτηκαν εντελώς. Τέλος το 2015 η κυβέρνηση πέρασε από το Κοινοβούλιο νόμο που επιτρέπει στο Ανώτατο Δικαστήριο να μην υπακούει καθόλου στις αποφάσεις του ΕΔΑΔ.
            Εν κατακλείδι, αξίζει να επισημανθεί όπως ορίζει το άρθρο 1 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ ότι: «Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα. Είναι προικισμένοι με λογική και συνείδηση, και οφείλουν να συμπεριφέρονται μεταξύ τους με πνεύμα αδελφοσύνης». Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι όλα τα δικαιώματα, είτε πρόκειται για αυτά της LGBT κοινότητας είτε όχι, έχουν την ίδια αξία και πρέπει να τα απολαμβάνουν όλοι σε όλο το κόσμο. Παράλληλα για να ενισχυθεί η σκέψη αυτή πρέπει οι κρατικές αρχές και τα ΜΜΕ, δύο από τους μεγαλύτερους πυλώνες οι οποίοι επηρεάζουν σήμερα την κοινή γνώμη, να λειτουργούν συστηματικά και αδιαλείπτως για την προάσπιση αυτών.


[1] Τα αρχικά ΛΟΑΤ ( αγγλικά LGBT, Lesbian-Gay-Bisexual-Transgender) αναφέρονται συνολικά στα Λεσβιακά, Ομοφυλόφιλα , Αμφισεξουαλικά και Τρανσεξουαλικά  άτομα. Ο όρος μπορεί μερικές φορές να συναντάται και ως ΛΟΑΔ, ερμηνεύοντας τα τρανσεξουαλικά άτομα στην ελληνική γλώσσα ως διαφυλικά.
[2]Howard,A.,"UN passes resolution on behalf of LGBT citizens around the globe"October 10,2014. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: https://www.google.gr/amp/www.msnbc.com/msnbc/un-passes-resolution-behalf-lgbt-citizens-around-the-globe/amp?client=safari {Ημερομηνία πρόσβασης: 26/12/2016}.
[3] Curia.gr, Nομική εφημερίδα, Σωτηρίου Δάφνη, LGBT : Νομική προσέγγιση των δικαιωμάτων και των παραβιάσεων εις βάρος των lgbt  πολιτών, θεσμική προστασία, νομικό καθεστώς ανά χώρα και στατιστικά δεδομένα. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: https://curia.gr/lgbt-nomiki-proseggisi-ton-dikaiomaton-kai-ton-paraviaseon-eis-varos-ton-lgbt-politon-thesmiki-prostasia-nomiko-kathestos-ana-xora-kai-statistika-dedomena/
{Ημερομηνία πρόσβασης:30/12/2016}.
[4] Human Rights Watch, Cooper T.,  “Dispatches: Jail Time for Being Gay in Russia”. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: https://www.hrw.org/news/2016/01/14/dispatches-jail-time-being-gay-russia {Ημερομηνία πρόσβασης: 26/12/2016}.
[5] Στις αντίστοιχες χώρες όπως είναι το Καμερούν, η Ουγκάντα, Μπουρούντι, Ιράν, Κατάρ, Τζαμάικα η ομοφυλοφιλία αντιμετωπίζεται ως έγκλημα και τιμωρείται μέχρι και με φυλάκιση.
[6]The Guardian, “Russia passes anti-gay-law”. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: https://www.theguardian.com/world/2013/jun/30/russia-passes-anti-gay-law{Ημερομηνία πρόσβασης: 26/12/2016}.
[7] The Council for Global Equality, “The Facts on LGBT Rights in Russia”. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: http://www.globalequality.org/newsroom/latest-news/1-in-the-news/186-the-facts-on-lgbt-rights-in-russia
{Ημερομηνία πρόσβασης: 26/12/2016}.
[8]Human Rights First, “The Anti-Propaganda Law & the Threat to LGBT Rights in Russia” . Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: http://www.humanrightsfirst.org/uploads/pdfs/HRF-russias-anti-gay-ban-SG.pdf {Ημερομηνία πρόσβασης: 30/12/2016}.
[9]USA Today, “Foes of Russia's anti-gay law seek new tactics” . Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: http://www.usatoday.com/story/news/world/2013/11/17/foes-russia-anti-gay-law/3618657{Ημερομηνία πρόσβασης: 26/12/2016}.
[10] Alekseyev v. Russia, 21 October 2010, applications nos. 4916/07, 25924/08 and 14599/09.
[11] Στο πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ τα άρθρα 10 και 19 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφέρονται σε ζητήματα διακρίσεων. προωθεί ζητήματα σχετικά µε την καταπολέμηση των διακρίσεων. Το Δικαστήριο της ΕΕ ενέχει επίσης καθοριστικό ρόλο στην ενιαία ερμηνεία και εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ κυρίως µέσω των προδικαστικών αποφάσεων.
[12] Εκτός από το ΕΔΔΑ, αξίζει να αναφερθούν :  ο Επίτροπος για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων,  η Συμβουλευτική Επιτροπή για προστασία εθνικών μειονοτήτων και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας.
[13] BBC News, “Moscow bans 'satanic' gay parade”. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: http://news.bbc.co.uk/2/hi/6310883.stm {Ημερομηνία πρόσβασης: 30/12/2016}.
 
Share:

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017


 

Οι καταδίκες της Ρωσίας για την Κριμαία:Η στάση της τελευταίας και η αποχώρηση από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο
της Χριστίνας Χαχαμίδη 



Η ίδρυση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ICC ή ΔΠΔ), το 2002 στη Χάγη σήμανε την αρχή της απονομής δικαιοσύνης με την τιμωρία των προσώπων που είναι υπεύθυνα για γενοκτονίες, εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και το έγκλημα της επίθεσης[1]. Το γεγονός ότι για πρώτη φορά δόθηκε η ευκαιρία σε ένα μόνιμο δικαστικό όργανο να διώκει ποινικά τους υπεύθυνους για τις συγκεκριμένες πράξεις, καταδεικνύει τη σημασία που έχει η αρμοδιότητά του αυτή, αφενός για τη διεθνή δικαιοσύνη και αφετέρου για την εξασφάλιση της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παρόλο που το ΔΠΔ έχει εξετάσει μέχρι στιγμής λίγες υποθέσεις, η πρακτική ορισμένων κρατών να αποσύρουν την υπογραφή τους από το Καταστατικό[2] του και άρα να παραιτούνται από μέλη του Δικαστηρίου, δεν θεωρείται μία τόσο εύλογη απόφαση, καθώς έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία της απονομής δικαιοσύνης σε διεθνές επίπεδο.                   
Η πιο πρόσφατη αποχώρηση είναι αυτή της Ρωσίας, η οποία τον περασμένο Νοέμβριο μετά από μία έκθεση του ΔΠΔ για την κατάσταση στην Ουκρανία, εξέφρασε την πρόθεση της για απόσυρση της υπογραφής της από το Καταστατικό της Ρώμης. Αν και η Ουκρανία[3] δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στο Καταστατικό, η κυβέρνηση της χώρας έδωσε ειδική δικαιοδοσία[4] στο Δικαστήριο για να επιβλέπει την υπόθεση. Η έκθεση[5], που εκδόθηκε στο πλαίσιο των διαδικασιών της προδικαστικής εξέτασης για το 2016, αναφέρεται στα γεγονότα που έλαβαν χώρα από το φθινόπωρο του 2013 και έπειτα, εξετάζοντας το ενδεχόμενο να συνιστούν εγκλήματα πολέμου. Στο κείμενο του Εισαγγελέα για το ζήτημα της Κριμαίας, γίνεται λόγος για υποκίνηση των εχθροπραξιών από τη Ρωσία που οδήγησε σε διεθνή ένοπλη σύρραξη μεταξύ Ρωσίας - Ουκρανίας, μέσω της προσπάθειας του ρωσικού στρατού να ασκήσει έλεγχο στην περιοχή, παρόλο που αρχικά για τον αποτελεσματικό έλεγχο της Κριμαίας δεν υπήρξαν ως επί το πλείστον περιστατικά ανταλλαγής πυρών. Όπως τονίζεται στην έκθεση, κατά την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία, την οποία η ουκρανική κυβέρνηση θεωρεί παράνομη και χωρίς διεθνή εποπτεία, η Ρωσική Ομοσπονδία προέβη σε πολλές παραβιάσεις δικαιωμάτων και διακρίσεις κυρίως απέναντι σε Τατάρους κατοίκους της Κριμαίας.                                                  
Σύμφωνα με το ΔΠΔ, είναι φανερό πως η Ρωσία έχει άμεση ανάμειξη στην ένοπλη σύγκρουση της Κριμαίας και πως βάσει της έκθεσης του Εισαγγελέα, έχει μεγάλο μέρος της ευθύνης για το βίαιο εκτοπισμό 19 χιλιάδων Τατάρων και άλλων μουσουλμανικών πληθυσμών από την Κριμαία στην ενδοχώρα, στην προσπάθεια της να επιβάλλει τους ρωσικούς νόμους στην περιοχή. Το γεγονός αυτό, πέραν του ότι έρχεται σε αντίθεση με τα όσα ορίζουν οι Συμβάσεις της Γενεύης (1948) για τις διεθνείς ένοπλες συρράξεις, συνιστά κατάφορη παραβίαση των δικαιωμάτων των ανθρώπων, για την οποία οι υπεύθυνοι οφείλουν να υποστούν τις συνέπειες.                                        
Παρά τα όσα αναφέρονται στη συγκεκριμένη έκθεση, η ρωσική πλευρά υποστηρίζοντας ότι δεν έχει καμία ανάμειξη με τα γεγονότα που περιγράφονται, θεωρεί την προσάρτηση της Κριμαίας καθόλα νόμιμη, εφόσον είναι αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος που διεξήχθη το Μάρτιο του 2014. Ως επακόλουθο αυτών και μετά το πόρισμα του Δικαστηρίου που περιγράφει την προσάρτηση της χερσονήσου ως «κατοχή» από το ρωσικό στρατό, η Ρωσία ανακοίνωσε την επιθυμία της για παραίτηση[6] από μέλος του ΔΠΔ και δρομολόγησε τις διαδικασίες[7], αποτελώντας έτσι την τέταρτη[8] κατά σειρά χώρα που δηλώνει την αποχώρηση της από το Καταστατικό της Ρώμης.            Σε ό,τι αφορά την απόφαση αυτή, μέσα από την ανακοίνωση του εκπροσώπου του Πρόεδρου Putin επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο στα 14 χρόνια λειτουργίας του έχει εκδικάσει μόλις 4 υποθέσεις[9], δεν έχει ανταποκριθεί στις προσδοκίες της χώρας και δεν είναι ανεξάρτητο όργανο, ενώ είναι αναίτια δαπανηρό. Με αυτές τις δηλώσεις καταδεικνύεται η δυσαρέσκεια της χώρας απέναντι στον τρόπο λειτουργίας του οργάνου αυτού, ενώ παράλληλα είναι φανερή και η πρόθεση της για μη αποδοχή των πορισμάτων του Δικαστηρίου, εφόσον πρόκειται για μία χώρα που βασίζεται στη ρεαλιστική πολιτική και έχει σαφείς στρατηγικούς στόχους, μη επιτρέποντας την όποια αμφισβήτηση των κινήσεων της.                   
 Η αποχώρηση της Ρωσίας από το ΔΠΔ, όμως, δεν σημαίνει την παύση της εξέτασης του ζητήματος της Κριμαίας. Οι υποθέσεις στις οποίες εμπλέκεται ένα κράτος, παρά την παραίτηση του από το Καταστατικό, δεν παύουν να υφίστανται και εξετάζονται έως την τελική τους εκδίκαση. Κάτι τέτοιο, δεν αποκλείει την ύπαρξη κυρώσεων μελλοντικά για τη Ρωσία, καθώς η υπόθεση αναμένεται να εκδικαστεί μετά την πάροδο πολλών ετών. Ωστόσο, δεν μπορεί να ισχύσει το ίδιο σε ό,τι αφορά στα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί ή διαπράττονται ακόμη στη Συρία, στα οποία η Ρωσία εμπλέκεται. Αυτό, οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών δεν έχει παραπέμψει το ζήτημα προς εξέταση στο ΔΠΔ, παρόλο που η ένοπλη σύρραξη μαίνεται εδώ και περίπου 6 χρόνια. Η έντονη παρουσία της Ρωσίας στη Συρία[10] κυρίως μέσω των βομβαρδισμών, είναι μείζονος σημασίας για την ενδεχόμενη εξέταση της υπόθεσης από το Δικαστήριο και η ποινική εκδίωξη των υπαιτίων θα ήταν βέβαιη, στην περίπτωση που τα στοιχεία για διάπραξη εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, αφορούσαν και τη Ρωσία. Συνεπώς, η απόφαση αυτή από το Ρώσο ηγέτη, ίσως οδηγήσει σε αποφυγή πιθανών συνεπειών, αφού ο ίδιος φρόντισε να «θωρακιστεί» από τις αποφάσεις της διεθνούς δικαιοσύνης, αποχωρώντας από το μοναδικό μόνιμο όργανο που είναι αρμόδιο για την προστασία των δικαιωμάτων όλων των πολιτών από τόσο ειδεχθή εγκλήματα.                                                                             
Εν κατακλείδι, οι αρμοδιότητες του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου είναι τέτοιες,  προκειμένου να προασπίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, εξασφαλίζοντας την τιμωρία των υπαιτίων για την καταπάτηση τους. Τα κράτη, ως οι σημαντικότεροι δρώντες του διεθνούς συστήματος, οφείλουν να σέβονται τη διεθνή δικαιοσύνη και να την προωθούν μέσα από τη συμμετοχή τους στα αρμόδια όργανά της, όπως είναι και το Δικαστήριο στη Χάγη. Όμως, αυτό δεν είναι εφικτό, εάν οι χώρες με την μεγαλύτερη σφαίρα επιρροής που είναι υπεύθυνες για πολλές καταπατήσεις δικαιωμάτων, όπως είναι η Ρωσία[11], απέχουν από αυτό. Γι’ αυτό το λόγο, η διεθνής κοινότητα οφείλει να βρει μηχανισμούς που δεν θα επιτρέπουν την αποφυγή των συνεπειών των υπαιτίων, αλλά  θα εξασφαλίζουν την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών όλων των κοινωνιών, ακόμα και σε εμπόλεμες καταστάσεις.





[1] Το έγκλημα της επίθεσης θα μπορεί να διώκεται ποινικά από το ΔΠΔ από το 2017 και μετά, καθώς προστέθηκε το 2010 στην αναθεώρηση του Καταστατικού της Ρώμης, στο Δικαστήριο για την Καμπάλα.
[2] Το Καταστατικό της Ρώμης, που αποτελεί το καταστατικό ίδρυσης του ΔΠΔ, υπογράφηκε από τα κράτη μέλη και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου το 2002. Το Καταστατικό της Ρώμης, διαθέσιμο: https://www.icc-cpi.int/nr/rdonlyres/ea9aeff7-5752-4f84-be94-0a655eb30e16/0/rome_statute_english.pdf , {Ημ/νία πρόσβασης: 27/12/1}.
[3] Τα συμβαλλόμενα μέρη στο Καταστατικό της Ρώμης, διαθέσιμο υλικό: https://asp.icc-cpi.int/en_menus/asp/states%20parties/pages/the%20states%20parties%20to%20the%20rome%20statute.aspx {Ημ/νία πρόσβασης: 27/12/16}.
[4] Η Ουκρανία έδωσε ειδική δικαιοδοσία στο ΔΠΔ, αρχικά τον Απρίλιο του 2014 και μετέπειτα το Σεπτέμβριο του 2015. Διαθέσιμο υλικό: https://www.icc-cpi.int/iccdocs/otp/161114-otp-rep-PE_ENG.pdf (σελ. 33, παρ. 150). {Ημ/νία πρόσβασης: 28/12/16}.
[5] Ολόκληρη η έκθεση του Δικαστηρίου, διαθέσιμη: https://www.icc-cpi.int/iccdocs/otp/161114-otp-rep-PE_ENG.pdf{[Ημ/νία πρόσβασης: 27/12/16}.
[6] M. Seddon, Financial Times, “Russia withdraws from International Criminal Court”, (November, 2016), διαθέσιμο υλικό: https://www.ft.com/content/994dd700-ac07-11e6-ba7d-76378e4fef24 {Ημ/νία πρόσβασης: 27/12/16}.
[7] Για τη διαδικασία αποχώρησης από το ΔΠΔ, διαθέσιμο υλικό: https://justicehub.org/article/how-leave-icc {Ημ/νία πρόσβασης: 27/12/16}.
[8] Τους τελευταίους μήνες έχουν ζητήσει να αποχωρίσουν επίσης η Νότια Αφρική, το Μπουρούντι και η Γκάμπια, καθώς υποστηρίζουν ότι το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο ενεργεί μεροληπτικά κατά των Αφρικανικών χωρών, εστιάζοντας σε υποθέσεις που αφορούν τις αφρικανικές χώρες ως επί το πλείστον και «δικάζοντας» τα αφρικανικά έθνη. Υλικό διαθέσιμο: http://www.aljazeera.com/news/2016/11/russia-pulls-international-criminal-court-161116132007359.html {Ημ/νία πρόσβασης: 27/12/16}.
[9] Το ΔΠΔ έχει εκδικάσει τις υποθέσεις της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας, του Σουδάν (Darfur), της Β. Ουγκάντα και του Κονγκό.

[10] L. Dearden, Independent, “Russia to withdraw from International Criminal Court amid calls for Syria air strikes investigation”,( November, 2016), διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: http://www.independent.co.uk/news/world/europe/russia-international-criminal-court-icc-leaves-pulls-out-withdraws-putin-assad-syria-war-aleppo-a7420676.html {Ημ/νία πρόσβασης: 28/12/16}.

[11] Οι ΗΠΑ επιπροσθέτως, δεν είναι μέλη του ΔΠΔ, αφού ενώ υπέγραψαν το Καταστατικό του επί της Προεδρίας Clinton, λίγο αργότερα, η Προεδρία Bush απέσυρε την υπογραφή και αποχώρησε.
Share:

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *