Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017

Η νέα προσπάθεια της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ για τη διερεύνηση πιθανών εγκλημάτων στον Συριακό εμφύλιο και η αδράνεια του Συμβουλίου Ασφαλείας


της Άντας Καλλιτέρη
 
Ο πόλεμος στη Συρία, που ξεκίνησε ως εμφύλιος, αλλά αποτελεί πλέον περιφερειακή σύγκρουση, πλησιάζει τον 7ο χρόνο και η κατάσταση φαίνεται να επιδεινώνεται καθημερινά. Παρά τις προσπάθειες της διεθνούς κοινότητας για ειρηνική επίλυση, ή έστω κατάπαυση του πυρός, οι εχθροπραξίες συνεχίζονται. Τα θύματα είναι κυρίως άμαχοι, ενώ εκατομμύρια προσφύγων έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Εντός αυτού του πλαισίου, η δραματική ανθρωπιστική κρίση παραμένει στο επίκεντρο της διακρατικής ατζέντας, αλλά και της διεθνούς κοινής γνώμης. Ωστόσο, ο ισχυρότερος θεματοφύλακας σε θέματα ασφάλειας και δικαιωμάτων, ο ΟΗΕ, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανενεργός στην ανάληψη ουσιαστικής δράσης, συγκεντρώνοντας διάφορες επικριτικές αντιδράσεις.                                   
Τον Δεκέμβριο του 2016 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ επικύρωσε το ψήφισμα 71/248 για τη δημιουργία του «Διεθνούς, Αμερόληπτου και Ανεξάρτητου Μηχανισμού για να βοηθήσει στην Έρευνα και Δίωξη των Υπεύθυνων Ατόμων για τα Πιο Σοβαρά Εγκλήματα υπό τη Διεθνή Νομοθεσία στη Συριακή Αραβική Δημοκρατία» (στο εξής ΔΑΑΜ). Σκοπός του ΔΑΑΜ είναι η συλλογή και διατήρηση των απαραίτητων στοιχείων για τη μελλοντική δίωξη παραβιάσεων της διεθνούς νομοθεσίας που έχουν πραγματοποιηθεί από την αρχή
του Συριακού εμφυλίου[1]. Τα στοιχεία αυτά θα μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο ενώπιον διεθνών οργάνων, όσο και σε εθνικά ή περιφερειακά δικαστήρια[2]. Η διαμόρφωση του θα πραγματοποιηθεί άμεσα από τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ. Σύμφωνα με πρόσφατη πληροφόρηση, επικεφαλής του ΔΑΑΜ θα είναι ένας δικαστής ή εισαγγελέας με ευρεία εμπειρία σε παρόμοιες υποθέσεις, ενώ θα υποστηρίζεται από γραμματεία[3]. Εκτός των 105 θετικών ψήφων, σημειώθηκαν και 15 αρνητικές ψήφοι, μεταξύ των οποίων η Κίνα, η Ρωσία και η Συρία[4]. Η θεσμοθέτηση του ΔΑΑΜ δεν είναι η μοναδική πρωτοβουλία της Γενικής Συνέλευσης για τη διερεύνηση πιθανών εγκλημάτων. Λίγους μήνες μετά το ξέσπασμα των συγκρούσεων, τον Αύγουστο του 2011, ενεκρίθη το ψήφισμα S-17/1 για την αποστολή της «Ανεξάρτητης Διεθνούς Επιτροπής Έρευνας για τη Συριακή Αραβική Δημοκρατία»[5] (στο εξής ΑΔΕΕ). Η αποστολή της ΑΔΕΕ έγκειται στη συγκέντρωση πληροφοριών για παραβιάσεις και εγκλήματα που πραγματοποιήθηκαν από την αρχή του εμφυλίου, και όπου είναι δυνατόν να αναγνωριστούν οι υπεύθυνοι με σκοπό τη δίωξή τους[6]. Τα δύο θεσμικά όργανα έχουν συμπληρωματικό ρόλο, όπως εξήγησε ο Γενικός Γραμματέας[7]. Η ΑΔΕΕ συλλέγει πρωτογενείς πληροφορίες, τις οποίες κοινοποιεί στα κράτη και το διεθνές κοινό, προτείνοντας παράλληλα μία σειρά δράσεων. Ο ΔΑΑΜ συγκεντρώνει δευτερογενείς πληροφορίες μέσω άλλων οργανισμών, με σκοπό τη δικαστική τους αξιοποίηση. Ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις, ο σχηματισμός των δύο ομάδων καθιστά εμφανή τη θέληση της Γενικής Συνέλευσης για ποινικές διώξεις κατά όσων εμπλέκονται σε παραβιάσεις της διεθνούς νομοθεσίας. Εντούτοις, αυτή η βούληση δεν διαχέεται στο εκτελεστικό όργανο του ΟΗΕ, το Συμβούλιο Ασφαλείας. Το ζήτημα του Συριακού εμφυλίου έχει απασχολήσει έντονα το ΣΑ, χωρίς όμως την ανάληψη ουσιαστικής δράσης. Το ΣΑ έχει κάνει επανειλημμένες συστάσεις προς τη Συριακή κυβέρνηση, τόσο για τις επιθέσεις κατά αμάχων[8], όσο και τη χρήση χημικών όπλων[9]. Επιπροσθέτως, έχει καταδικάσει τις τρομοκρατικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στην περιοχή[10]. Ωστόσο, δεν έχει καταλήξει σε συναίνεση για την ενεργοποίηση των διαθέσιμων νομικών εργαλείων του. Η σημασία του ΣΑ στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εξαιρετικά κρίσιμη: η Συρία δεν έχει επικυρώσει τη Συνθήκη της Ρώμης, και επομένως το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο δεν διαθέτει την απαραίτητη αρμοδιότητα διερεύνησης πιθανών εγκλημάτων χωρίς την προηγούμενη έγκριση του ΣΑ[11]. Η απουσία συναίνεσης δεν οφείλεται στην έλλειψη προσπαθειών εκ μέρους συγκεκριμένων μελών του ΣΑ. Για παράδειγμα, τον Μάιο του 2014, η Γαλλία έθεσε προς ψήφιση την πρόταση για παραπομπή της υπόθεσης στο ΔΠΔ[12]. Η Κίνα και η Ρωσία άσκησαν βέτο, όπως έχουν δικαίωμα, και η πρωτοβουλία ναυάγησε. Πιο δραματική από την ασυμφωνία του σώματος, ήταν ίσως η πολεμική ρητορική των κρατικών αντιπροσώπων. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, η σκληρή γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε εντός της συνεδρίασης ξεπερνούσε ακόμα και τις εμπειρίες από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου[13].                         Η αδράνεια του ΣΑ δεν οφείλεται σε καμία περίπτωση στην έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων. Η πρώτη έκθεση της ΑΔΕΕ, που δημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 2011 ανέφερε σωρεία παραβιάσεων του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου από τους εμπόλεμους. Μεταξύ άλλων, ο βασανισμός αιχμαλώτων, οι σεξουαλικές κακοποιήσεις και η βία εναντίον παιδιών καταγράφονταν ρητά[14]. Πιο σημαντικά, όμως, η επιτροπή εξηγούσε πως η κλίμακα των παραβιάσεων που παρατηρήθηκαν ήταν τόσο μεγάλη ώστε να συνιστούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας[15]. Πέραν τούτου, τα τελευταία 6 χρόνια έχουν δημοσιοποιηθεί δεκάδες εκθέσεις έγκυρων ΜΚΟ που καταγράφουν λεπτομερώς τις παραβιάσεις της διεθνούς νομοθεσίας από όλες τις πλευρές που πολεμούν στη Συρία[16].                                  
Η ουσιαστική άρνηση του ΣΑ του ΟΗΕ να δράσει, είτε νομικά, είτε ακόμα και στρατιωτικά, μπορεί να ερμηνευθεί μόνο μέσω των αντικρουόμενων πολιτικών συμφερόντων των μόνιμων μελών. Η Ρωσία συμμετέχει ενεργά στον Συριακό εμφύλιο, υποστηρίζοντας την κυβέρνηση Assad μέσω βομβαρδισμών[17], ενώ αποτελεί τον σημαντικότερο προμηθευτή οπλικών συστημάτων για το Συριακό κράτος[18]. Μία ποινική διερεύνηση πιθανών εγκλημάτων από το ΔΠΔ, όχι μόνο θα στοχοποιούσε τον σύμμαχό της, αλλά ενδεχομένως να έφερνε στο φως αρνητικά ευρήματα για το εμπλεκόμενο προσωπικό του Ρωσικού στρατού[19]. Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ συμμετέχουν επίσης με βομβαρδισμούς, ενώ παρέχουν διαχρονικά βοήθεια σε διάφορες ομάδες μη εξτρεμιστών ανταρτών[20]. Οι παραβιάσεις της διεθνούς νομοθεσίας εκ μέρους αυτής της πλευράς είναι εξίσου πιθανές[21]. Επιπροσθέτως, η διεθνής κοινότητα δεν αποκλείει πλέον την παραμονή του Assad στην εξουσία και μετά την ειρηνική επίλυση του εμφυλίου[22]. Η δυνητική δίωξή του από το ΔΠΔ θα έπληττε σοβαρά κάθε προσπάθεια πολιτικής εξισορρόπησης, ενώ θα απονομιμοποιούσε τη Συριακή κυβέρνηση ακόμα περισσότερο σε διεθνές επίπεδο. Τέλος, παρά την αρμοδιότητα τους για παραπομπή υποθέσεων στο ΔΠΔ, οι τρεις μεγάλες δυνάμεις του ΣΑ δεν έχουν κατοχυρώσει τη Συνθήκη της Ρώμης: οι ΗΠΑ υπέγραψαν αλλά σύντομα αποσύρθηκαν, η Ρωσία υπέγραψε αλλά δεν έχει επικυρώσει τη συμμετοχή της, ενώ η Κίνα ήταν εξαρχής αντίθετη με τη δημιουργία του ΔΠΔ[23]. Επομένως, εκτός των πολιτικών αντιπαραθέσεων που ταλανίζουν το συμβούλιο, τα ίδια του τα μέλη δεν αναγνωρίζουν την αρμοδιότητα των οργάνων που καλούνται να αξιοποιήσουν. Αυτή η αμφισημία υπονομεύει πρακτικά τόσο τη νομιμοποίηση του ΔΠΔ διεθνώς, όσο και την καίρια αποστολή του ΣΑ.             
Μολαταύτα, η πολυπλοκότητα της κατάστασης δεν σημαίνει την απουσία πιθανής λύσης. Προφανώς, το πιο δραστικό μέτρο για να αποφευχθούν οι μελλοντικές τελματώσεις που αναπόφευκτα επιφέρουν οι διαφωνίες των μόνιμων μελών του ΣΑ, είναι η αλλαγή του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ. Αυτή, όμως, θα είναι μία διαδικασία που θα χρειαστεί μακροχρόνιες διαβουλεύσεις. Δεν θα βοηθούσε, λοιπόν, τον Συριακό πληθυσμό ή την άμεση απονομή δικαιοσύνης. Ευτυχώς, η διπλωματική εμπειρία του ΟΗΕ προσφέρει μία εναλλακτική[24]. Το Ψήφισμα 377 της ΓΣ του 1950 επιτρέπει στο διαβουλευτικό όργανο να παρακάμψει το ΣΑ. Όπως αναφέρεται στο Α¶1, «αν το ΣΑ, εξαιτίας αδυναμίας ομοφωνίας των μόνιμων μελών, αποτύχει να επιτελέσει την πρωταρχική του ευθύνη για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας», η ΓΑ μπορεί να συγκληθεί προκειμένου να αποφασίσει συλλογικά μέτρα[25]. Αυτή η έκτακτη σύγκληση μπορεί να πραγματοποιηθεί μετά την αίτηση 7 μελών του ΣΑ ή της πλειοψηφίας των κρατών του ΟΗΕ[26]. Το συγκεκριμένο Ψήφισμα, που ονομάστηκε «Ενωμένοι για την Ειρήνη» ενεργοποιήθηκε με αφορμή τον Πόλεμο της Κορέας, και την άρνηση της Σοβιετικής Ένωσης να εξουσιοδοτήσει στρατιωτική δράση έναντι της Β.Κορέας[27]. Σε κάθε περίπτωση, η απειλή του Συριακού εμφυλίου για τη συλλογική ασφάλεια είναι καταγεγραμμένη[28]. Αυτό που χρειάζεται, λοιπόν, είναι η πολιτική βούληση των επιμέρους κρατών.           Γίνεται, εντέλει, αντιληπτό πως τα δύο βασικά όργανα του ΟΗΕ παρουσιάζουν κρίσιμες αποκλίσεις. Ιδιαίτερα στο ζήτημα της τέλεσης εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και εγκλημάτων πολέμου, η ΣΑ επιδεικνύει έμπρακτα μία συνεχιζόμενη επιθυμία για απονομή δικαιοσύνης. Αντιθέτως, το ΣΑ αποδεικνύει πως παραμένει δέσμιο των πολιτικών σκοπιμοτήτων του παρελθόντος, αγνοώντας τις ευθύνες που εκούσια ανέλαβαν τα μόνιμα μέλη. Οι όποιες δυσλειτουργίες του ΣΑ μπορούν να παρακαμφθούν όταν υπάρχει η απαραίτητη πολιτική βούληση από τα υπόλοιπα κράτη. Εξάλλου, αν ο ΟΗΕ αποτελεί ένα διεθνές συμβόλαιο με την Λοκιανή έννοια, τα κράτη δικαιούνται να εγκαλέσουν τις μεγάλες δυνάμεις για την παράβλεψη των καθηκόντων τους.


[1] The United Nations General Assembly  (2016), ‘International, Impartial and Independent Mechanism to assist in the Investigation and Prosecution of those Responsible for the Most Serious Crimes under International Law committed in the Syrian Arab Republic since March 2011’, A/71/L.48, σελ. 2. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.un.org/en/ga/search/view_doc.asp?symbol=A/RES/71/248 [τελευταία πρόσβαση: 2017-01-27]. 
[2]  Ό.π.
[3] United Nations Secretary-General (2017), ‘Note to Correspondents: International, Impartial and Independent Mechanism to assist in the Investigation and Prosecution of those Responsible for the Most Serious Crimes under International Law committed in the Syrian Arab Republic since March 2011’, United Nations, 26 Ιανουαρίου. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.un.org/sg/en/content/sg/note-correspondents/2017-01-26/note-correspondents-international-impartial-and [τελευταία πρόσβαση: 2017-01-27]. 
[4] Human Rights Watch (2016), ‘Syria: UN General Assembly Adopts Resolution on War Crimes Investigations’, Human Rights Watch, 21 Δεκεμβρίου. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.hrw.org/news/2016/12/21/syria-un-general-assembly-adopts-resolution-war-crimes-investigations [τελευταία πρόσβαση: 2017-01-27].
[5] The United Nations Human Rights Council (2011), ‘Resolution adopted by the Human Rights Council at its seventeenth special session’, S-17/1, σελ. 2. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.ohchr.org/Documents/HRBodies/HRCouncil/CoISyria/ResS17_1.pdf [τελευταία πρόσβαση: 2017-01-27]. 
[6] Ό.π.
[7] United Nations Secretary-General (2017), ‘Note to Correspondents: International, Impartial and Independent Mechanism to assist in the Investigation and Prosecution of those Responsible for the Most Serious Crimes under International Law committed in the Syrian Arab Republic since March 2011’, United Nations, 26 Ιανουαρίου. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.un.org/sg/en/content/sg/note-correspondents/2017-01-26/note-correspondents-international-impartial-and [τελευταία πρόσβαση: 2017-01-27]. 
[8] The United Nations Security Council (2016), ‘The situation in the Middle East (Syria)’, S/RES/2332 (2016), σελ. 1. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.un.org/en/ga/search/view_doc.asp?symbol=S/RES/2332(2016) [τελευταία πρόσβαση: 2017-01-27]. 
[9] The United Nations Security Council (2016), ‘Middle East (Syria)’, S/RES/2235 (2015), σελ. 2. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.un.org/en/ga/search/view_doc.asp?symbol=S/RES/2235(2015) [τελευταία πρόσβαση: 2017-01-27]. 
[10] The United Nations Security Council (2016), ‘The situation in the Middle East (Syria)’, S/RES/2332 (2016), σελ. 2. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.un.org/en/ga/search/view_doc.asp?symbol=S/RES/2332(2016) [τελευταία πρόσβαση: 2017-01-27]. 
[11] Sadat, L.N. (2015) 'Genocide in Syria: International Legal Options, International Legal Limits, and the Serious Problem of Political Will', Impunity Watch Law Journal, 5, σελ. 9.
[12] Ό.π.
[13] Ό.π., σελ. 12-13.
[14] The United Nations Human Rights Council (2011), ‘Report of the independent international commission of inquiry on the Syrian Arab Republic’, A/HRC/S-17/2/Add.1, σελ. 12-15. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://documents-dds-ny.un.org/doc/UNDOC/GEN/G11/170/97/PDF/G1117097.pdf?OpenElement [τελευταία πρόσβαση: 2017-01-27]. 
[15] Ό.π., σελ.20.
[16] Murray, R.W. & McKay, A. (eds.) (2014), Into the Eleventh Hour: R2P, Syria and Humanitarianism in Crisis, Bristol: E-International Relations, σελ. 14.
[17]  Human Rights Watch (2016), ‘Russia/Syria:War Crimes in Month of Bombing Aleppo’, Human Rights Watch, 1 Δεκεμβρίου. Διαθέσιμο στη διεύθυνση:   https://www.hrw.org/news/2016/12/01/russia/syria-war-crimes-month-bombing-aleppo [τελευταία πρόσβαση: 2017-01-27]. 
[18] Defense Industry Daily Staff (2015), ‘Syria’s Russian Weapon Buys’, Defense Industry Daily, 18 Αυγούστου. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.defenseindustrydaily.com/syria-buying-mig31s-mig35s-for-1-billion-03391/ [τελευταία πρόσβαση: 2017-01-27]. 
[19] Human Rights Watch (2016), ‘Russia/Syria:War Crimes in Month of Bombing Aleppo’, Human Rights Watch, 1 Δεκεμβρίου. Διαθέσιμο στη διεύθυνση:   https://www.hrw.org/news/2016/12/01/russia/syria-war-crimes-month-bombing-aleppo [τελευταία πρόσβαση: 2017-01-27]. 
[20] Spencer, R. (2016), ‘Syrian Kurds accused of ethnic cleansing and killing opponents’, The Telegraph, 18 Μαϊου. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.telegraph.co.uk/news/2016/05/18/syrian-kurds-accused-of-ethnic-cleansing-and-killing-opponents/ [τελευταία πρόσβαση: 2017-01-27]. 
[21] Ό.π.
[22] Sadat, L.N. (2015) 'Genocide in Syria: International Legal Options, International Legal Limits, and the Serious Problem of Political Will', Impunity Watch Law Journal, 5, σελ. 19.
[23] Ό.π., σελ. 7-8.
[24] Ό.π., σελ. 16.
[25] The United Nations General Assembly  (1950), ‘Uniting for Peace, A/RES/377(V)AA , σελ. 10. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.un.org/en/ga/search/view_doc.asp?symbol=A/RES/377(V) [τελευταία πρόσβαση: 2017-01-27].  
[26] Ό.π.                          
[27] Tomuschat, C., ‘Uniting for Peace General Assembly Resolution 377(V)’, Audiovisual Library of International Law. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://legal.un.org/avl/ha/ufp/ufp.html [τελευταία πρόσβαση: 2017-01-27].  

[28] UN News Centre (2014), ‘Syria’s brutal war threatens international peace and security, says UN rights panel’, UN News Centre, 27 Αυγούστου. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.un.org/apps/news/story.asp?NewsID=48571#.WIwJbfSGptw [τελευταία πρόσβαση: 2017-01-27].  



 
Share:

Ο κοινωνικός ρόλος της γυναίκας στο Αφγανιστάν


της Γκρέϊς Γκουμένι


Η θρησκεία, το δίκαιο, η παράδοση, οι κοινωνικές και οικονομικές δομές είναι μερικοί από τους παράγοντες που επηρεάζουν τη θέση της γυναίκας στη Μέση Ανατολή. Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός από τη μια και η πατριαρχική δομή της κοινωνίας από την άλλη αποτελούσε τους ακρογωνιαίους λίθους στη διατήρηση της ανισότητας μεταξύ των δυο φύλων. Παρά τους σκληρούς αγώνες που έχουν σημειωθεί με σκοπό την ισότητα μεταξύ των δύο φύλων, είναι γεγονός πως εκατομμύρια γυναίκες πλήττονται καθημερινά από προκαταλήψεις και στερεότυπα και γίνονται θύματα βίας και ανεξέλεγκτης συμπεριφοράς αντρών, οι οποίοι λειτουργούν ως αυθεντία. Η περίπτωση του Αφγανιστάν αποτελεί ένα ιδιαίτερο παράδειγμα καθώς λόγω της πρόσφατης εμπόλεμης σύρραξης και της εισβολής των ΗΠΑ, αποπειράθηκε, μεταξύ άλλων, η άρση του καθεστώτος βίας που δέχονταν οι γυναίκες από τους Ταλιμπάν. Ωστόσο, το σημερινό διεθνές ενδιαφέρον για το Αφγανιστάν μειώνεται, με αποτέλεσμα οι πολέμιοι των γυναικείων δικαιωμάτων να έχουν καταφέρει να αντιστρέψουν την πρόοδο που είχε σημειωθεί μετά το τέλος του κανόνα του Ταλιμπάν[1] (Taliban rule). Αν και ο νόμος για την καταπολέμηση των γυναικών είναι μέχρι σήμερα σε ισχύ, η εφαρμογή του είναι εξαιρετικά αναποτελεσματική.                                       

Πιο συγκεκριμένα, ο ρόλος μιας Αφγανής γυναίκας είναι πρώτα από όλα υποδεέστερος μέσα στον θεσμό του γάμου. Σύμφωνα με το Μουσουλμανικό Δίκαιο τη sharia[2], η γυναίκα δεν δικαιούται καν να ζητήσει διαζύγιο ενώ στη  περίπτωση αυτή υποχρεώνεται να φύγει από τη συζυγική στέγη και αναγκάζεται να υποστεί τη κοινωνική κατακραυγή. Είναι πρόδηλο επίσης ότι ο άνδρας επιτρέπεται να παντρευτεί μέχρι και τέσσερις συζύγους ενώ η γυναίκα θεωρείται μοιχός αν συνάψει σχέση ακόμα και αφότου την έχει εγκαταλείψει ο σύζυγος. Η τιμωρία είναι θάνατος δια λιθοβολισμού. Συχνό φαινόμενο επίσης είναι ο γάμος ανήλικων γυναικών. Συναντάται ως  κατώτερη ηλικία γάμου τα δώδεκα[3]. Ο περιορισμένος ρόλος των γυναικών θίγει και τα δικαιώματα της μητρότητας, καθώς δεν αγγίζουν τα παιδιά τους, ακόμη και όταν είναι μωρά για να θηλάσουν.                                                        
Η καταπάτηση των δικαιωμάτων που υφίσταται επηρεάζει και τα εργασιακά δικαιώματα, και το δικαίωμα πρόσβασης στην εκπαίδευση.  Μέχρι και σήμερα σε πάρα πολλές μουσουλμανικές χώρες οι πατριαρχικοί νόμοι απαγορεύουν στις γυναίκες την είσοδο τους στην εργασία και στην εκπαίδευση. Αυτός είναι και ο λόγος που στις περισσότερες από  τις εν λόγω χώρες η συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών είναι αναλφάβητες.           

 Η νέα οικονομική πραγματικότητα διαφοροποίησε λίγο τα πράγματα στον τομέα της εργασίας. Πιο συγκεκριμένα, στο Αφγανιστάν πλέον δεν απαγορεύεται στη γυναίκα η εργασία, σε αντίθεση παραδείγματος χάρη στο Ιράν και της Σαουδική Αραβία όπου δουλεύουν μόνο με τη συγκατάθεση του συζύγου[4]. Ακόμη, οι γυναίκες σε θέσεις μερικής απασχόλησης είναι πολύ περισσότερες παρά σε θέσεις πλήρους απασχόλησης λόγω των οικογενειακών υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν εφόσον παντρεύεται και πολύ μικρές (δουλειές στο σπίτι, ανατροφή παιδιών) ενώ για τη πλειοψηφία της κοινωνίας ακόμα οι δουλειές χωρίζονται σε «αντρικές» και «γυναικείες». Σε διευθυντικές θέσεις το ποσοστό των γυναικών συνεχίζει να είναι υψηλότερο στις δυτικές κοινωνίες παρά στις ανατολικές. Επιπρόσθετα και στον τομέα των πολιτικών δικαιωμάτων γίνονται διακρίσεις εις βάρος των γυναικών[5]. Για παράδειγμα, μια γυναίκα για να εκδώσει διαβατήριο πρέπει να έχει τη συγκατάθεση του συζύγου η του πατέρα. Εξαίρεση σε αυτό το κανόνα αποτελεί η Αίγυπτος. Επίσης η μαρτυρία μιας γυναίκας στο δικαστήριο δεν έχει την ίδια βαρύτητα με αυτή ενός άνδρα. Στο Αφγανιστάν οι γυναίκες είχαν το δικαίωμα να ψηφίζουν από το 1920 και το Σύνταγμα της χώρας τις αναγνώρισε σαν ίσες με τους άνδρες το 1960,με την επέλαση όμως των Ταλιμπαν από το 1966 μέχρι το 2001 βίωσαν την απόλυτη καταπίεση. Στη Σαουδική Αραβία απέκτησαν για πρώτη φορά το δικαίωμα το 2014,στο Ιράκ σήμερα οι γυναίκες διαδραματίζουν ενεργό ρόλο στη κυβέρνηση και τέλος στο Κουβείτ το 2003 έγιναν οι πρώτες βουλευτικές εκλογές στις οποίες έλαβαν μέρος τόσο σαν ψηφοφόροι όσο και σαν υποψήφιες.                                       

Εν κατακλείδι, οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων των γυναικών καταγράφουν την επιτακτική ανάγκη εξεύρεσης λύσεων. Στο Αφγανιστάν οι γυναίκες συγκροτούν μία ιδιαίτερα ευπαθή κοινωνική ομάδα, η οποία ένεκα της ηλικίας, της θρησκείας των ηθών και των εθίμων του λαού της, έχει να αντιμετωπίσει πληθώρα κοινωνικών προβλημάτων σε βάρος τους. Η βία εμποδίζει τις γυναίκες σε όλο τον κόσμο να ασκήσουν και να απολαύσουν πλήρως τα δικαιώματά τους. Για αυτό το λόγο, αξίζει να υπογραμμιστεί η αρωγή που δύναται να προσφέρει η πρόληψη του φαινομένου βίας κατά των γυναικών όπως επίσης και τρόπους για την διάδοση και προάσπιση των δικαιωμάτων τους. Πρώτον, η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των πολιτών σε θέματα έμφυλης βίας (ενδοοικογενειακή βία, βιασμός, πορνεία, σεξουαλική παρενόχληση, παράνομη εμπορία και διακίνηση γυναικών/trafficking). Η ενημέρωση συχνά αποτελεί συχνά το πρώτο βήμα για να εκφραστούν οι πάσχουσες κοινωνικές ομάδες και να αντιδράσουν, συνεπώς, εργαλεία όπως είναι εκστρατείες και ενημερωτικές καμπάνιες για το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και την υπάρχουσα ζοφερή πραγματικότητα που αφορά τη βία κατά των γυναικών, μπορεί να έχουν αποτελέσματα για να εκκινήσει ένας εποικοδομητικός διάλογος για την προστασία των γυναικών. Δεύτερον,  δράσεις του ΟΗΕ, όπως η απόφαση που έλαβε από το 1991 να ανακηρύξει την 25η Νοεμβρίου ως Διεθνή Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των γυναικών έχουν ιδιαίτερο συμβολισμό και στοχεύουν στην ευαισθητοποίηση της Διεθνής Κοινότητας. Τέλος, η δραστηριοποίηση του ρόλου της Γενικής Γραμματείας ισότητας φύλων -ως αρμόδιος κυβερνητικός μηχανισμός για τον σχεδιασμό, την υλοποίηση και την παρακολούθηση της εφαρμογής των πολιτικών για την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών σε όλους τους τομείς – δύναται να προσφέρει ουσιώδη αποτελέσματα και την ελπίδα πως οι γυναίκες των χωρών της Μέσης Ανατολής θα μπορούν να υπερασπίζονται τα δικαιώματα τους, δίχως την απειλή να στερηθούν το αναφαίρετο δικαίωμα της ζωής.




[1]Το 2009 ψηφίστηκε ο νόμος για την καταπολέμηση της βίας ενάντια των γυναικών, The Elimination of Violence against Women (EVAW) Law.
[2] Manteegi,I., A Woman Under Sharia: 8 Reasons Why Islamic Law Endangers Women September 6, 2016. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο:  http://counterjihad.com/women {Ημερομηνία πρόσβασης 31/1/2017}
[3] Human Rights Watch, Afghanistan: Child Marriage, Domestic Violence Harm Progress. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο:  https://www.hrw.org/news/2013/09/04/afghanistan-child-marriage-domestic-violence-harm-progress  {Ημερομηνία πρόσβασης 31/1/2017}
[4] Oxfam International, A Place at the Table: Safeguarding Women’s Rights in Afghanistan. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο  https://www.oxfam.org/en/research/place-table-safeguarding-womens-rights-afghanistan/ { Ημερομηνία πρόσβασης 31/1/2017}
[5] Human Rights Watch, World Report 2014: Afghanistan, Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: https://www.hrw.org/world-report/2014/country-chapters/afghanistan{Ημερομηνία πρόσβασης 31/1/2017}
 
Share:

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *