Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

Το συνταγματικό δημοψήφισμα στην Τουρκία

της Μελάνθης Λουκαΐδου
 
 
Τους τελευταίους μήνες στην εσωτερική πολιτική σκηνή της Τουρκίας κυριαρχεί η συζήτηση γύρω από το νέο συνταγματικό πακέτο για το οποίο ο τουρκικός λαός θα προσέλθει την άνοιξη στις κάλπες έχοντας να επιλέξει ανάμεσα στο «Ναι» ή στο «Όχι». Η συζήτηση για την τροποποίηση του συντάγματος, η οποία δικαιολογημένα ξεπερνά τα σύνορα της Τουρκίας καθώς ενδιαφέρει τόσο το περιφερειακό όσο και το ευρύτερο διεθνές περιβάλλον, αφορά την αλλαγή από το υπάρχον κοινοβουλευτικό σύστημα σε προεδρικό. Οι αλλαγές στον νέο συνταγματικό αλλά και πολιτευτικό χάρτη της χώρας, οι επικρίσεις κατά του προτεινόμενου συντάγματος, η υπεράσπισή του από τους υπέρμαχους του ναι, καθώς επίσης και η τρέχουσα πολιτική και στρατιωτική κατάσταση εντός της Τουρκίας και της γειτνιάζουσας σε αυτή περιοχή, είναι στοιχεία τα οποία πρέπει να εξετασθούν.

 

Διαδικαστική πρακτική και νέες αρμοδιότητες προέδρου

Αρχικώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η όλη διαδικασία του συζητώμενου δημοψηφίσματος καθορίζεται βάσει του Άρθρου 175 του τωρινού τουρκικού συντάγματος.[1] Βάσει του άρθρου αυτού, εάν η πρόταση για συνταγματική τροποποίηση υποστηρικτεί μεταξύ 330 και 367 ψήφων στο κοινοβούλιο (δηλαδή, από τα 2/3 του συνολικού βουλευτικού σώματος), τότε ο πρόεδρος οφείλει να προχωρήσει σε δημοψήφισμα. Στις 21 Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους, 339 βουλευτές μεταξύ 550 υποστήριξαν την πρόταση. Ακολούθως, η πρόταση πρέπει να δημοσιευθεί στην επίσημη εφημερίδα του κράτους και το δημοψήφισμα να διενεργηθεί την πρώτη Κυριακή μετά το πέρας μιας περιόδου εξήντα ημερών. Την περίοδο αυτή, μέχρι την άνοιξη ουσιαστικά του 2017, στην Τουρκία θα ισχύει ακόμη το καθεστώς εκτάκτου ανάγκης το οποίο ανανεώθηκε για τρίτη συνεχή φορά στις 21 Ιουλίου του 2016[2]. Εν τω μεταξύ, το καθεστώς έκτακτης ανάγκης εξυπακούει ότι όλες οι συγκεντρώσεις και εκδηλώσεις, είτε υπέρ του ναι, είτε υπέρ του όχι, μπορούν να πραγματοποιηθούν μονάχα αφού έχει εξασφαλιστεί κυβερνητική άδεια. Συνεπώς, μπορεί να αντιληφθεί κανείς την ενδεχόμενη δυσκολία με την οποία οι αντιπολιτευτικές ομάδες θα διενεργήσουν τη δική τους εκστρατεία.

Η ενενήντα-τεσσάρων χρόνων Τουρκική Δημοκρατία πλησιάζει σε μια από τις πιο καταλυτικές αλλαγές στη συνταγματική της ιστορία, αφού παρά το όποιο αποτέλεσμα στο δημοψήφισμα, η χώρα εισέρχεται σε μια νέα πολιτική εποχή. Από κύκλους που εναντιώνονται στο «Ναι» γίνεται συχνά λόγος για το γεγονός ότι εάν το προεδρικό σύστημα γίνει δεκτό μέσω ισχυρής δημόσιας αποδοχής, τότε θα ανοίξει η πόρτα για ένα μοντέλο μιας υπάκουης κοινωνίας από τη μια σε μια αυταρχική κυβέρνηση από την άλλη.[3] Επίσης, οι νέες διαδικασίες που θα ακολουθούνται σε ολόκληρο τον πολιτικό και πολιτειακό βίο, θα είναι χρωματισμένες με τις συντηρητικές και ισλαμικές αξίες, οι οποίες δεν πρεσβεύουν στο εκατό τοις εκατό ολόκληρη την τουρκική κοινωνία. Πιο συγκεκριμένα, το νέο σύνταγμα προβλέπει στη δημιουργία του θεσμού του αντιπροέδρου και στην κατάργηση του θεσμού του πρωθυπουργού από το 2019. Ο πρόεδρος θα δύναται να διορίζει και να απολύει υπουργούς ενώ θα μπορεί να διεκδικήσει την προεδρία μέχρι δυο θητείες πενταετούς διάρκειας η κάθε μία. Επιπλέον, παρά το ότι θα είναι ο αρχηγός κράτους θα μπορεί να διατηρεί την κομματική του ταυτότητα. Θα είναι, ασφαλώς, ο επικεφαλής της κυβέρνησης και θα μπορεί ταυτόχρονα να τερματίζει τη βουλευτική διαδικασία κατά το δοκούν. Επιπρόσθετα, οι βουλευτές της εθνοσυνέλευσης θα αυξηθούν από 550 σε 600 ενώ θα θα μειωθεί το όριο ηλικίας για βουλευτική υποψηφιότητα από τα 25 στα 18 χρόνια.[4]

 

Υποστήριξη και κριτική στο νέο σύνταγμα

Αξιωματούχοι και βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης υποστηρίζουν ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις θα έχουν ως αποτέλεσμα μια ισχυρή και δυναμική ηγεσία, κάτι που μια σημαντική μερίδα του τουρκικού λαού έχει ταυτίσει ήδη με το πρόσωπο του ίδιου του Ερντογάν. Στον αντίποδα, οι έντονες επικρίσεις των υπέρμαχων του «Όχι» εδράζονται στο γεγονός ότι οι προτεινόμενες αλλαγές θα αποδυναμώσουν το θεσμό του κοινοβουλίου, δημιουργώντας ένα πολιτικό σύστημα χωρίς ισορροπίες το οποίο θα οδηγήσει σε καθεστώς ηγεσίας ενός και μόνο προσώπου. Ο ιδρυτής του “Association of Civil Society Development Centre”, Levent Korkut, τόνισε ότι με την κατάργηση του δικαιώματος της βουλευτικής διαδικασίας κατά την οποία απαιτείται από κυβερνητικούς αξιωματούχους να εξηγήσουν πράξεις και πολιτικές πρακτικές που ακολουθούν, είναι πρακτικώς αδύνατο η βουλή να αναλάβει οποιαδήποτε αποφασιστική ενέργεια έναντι των προεδρικών επιλογών. Ωστόσο, υπέρμαχοι του ναι θεωρούν ότι το άνωθεν δικαίωμα της βουλής δεν είναι απαραίτητο και δεν ταιριάζει σε ένα σύστημα όπου ουσιαστικά η εκτελεστική εξουσία θα εκλέγεται απευθείας από το λαό.[5] Σε συνέντευξή του ο Levent Korkut, ο οποίος είναι ταυτόχρονα και καθηγητής νομικής στο Πανεπιστήμιο Medipol της Κωνσταντινούπολης, εξήγησε ότι εάν η επιτροπή έρευνας της τουρκικής εθνοσυνέλευσης αποφασίσει να στείλει τον πρόεδρο της χώρας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου αυτό μπορεί να γίνει μόνο εάν μια τέτοια πρόταση υποστηρικτεί από 400 βουλευτές. Συνεπώς, το ίδιο το νέο σύνταγμα κάνει πρακτικώς αδύνατο για τη βουλή το δικαίωμα να καθαιρέσει ή έστω να καταγγείλει τον πρόεδρο. Για να καταστεί εφικτό να ληφθούν μέτρα εναντίον του προέδρου ή των υπουργών του, η εθνοσυνέλευση θα χρειάζεται τα 2/3 της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και αυτό μοιάζει απίθανο αφού η πλειοψηφία εντός βουλής και ο πρόεδρος θα ανήκουν στο ίδιο κόμμα.

 

Ανεξαρτησία ή εξάρτηση δικαιοσύνης;

Το τροποποιητικό πακέτο για το νέο σύνταγμα έχει δημιουργήσει έντονες συζητήσεις, μεταξύ άλλων, γύρω και από το ζήτημα της δικαιοσύνης στην Τουρκία. Ο επικεφαλής του τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Koc στην Κωνσταντινούπολη, Bertil Emrah Oder, θεωρεί ότι το Συμβούλιο Δικαστών και Εισαγγελέων της χώρας θα είναι ένας ακόμη παράγοντας ο οποίος θα επέλθει υπό την απόλυτη κυριότητα του προέδρου. Η αποστολή του εν λόγω συμβουλίου σχετίζεται τόσο με την αυτονομία όσο και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης στη χώρα. Σύμφωνα με τον ίδιο, λοιπόν, σε ένα σύστημα όπου ο πρόεδρος ανήκει σε ένα από τα κοινοβουλευτικά κόμματα και ταυτόχρονα ασκεί επιρροή στο διορισμό των μελών του Συμβουλίου Δικαστών και Εισαγγελέων είναι πιθανό να προβλεφθεί ότι το συμβούλιο θα διακατέχεται τόσο από ιδεολογικές όσο και από πολιτικές και κομματικές τάσεις.[6] Αντιθέτως με τα λεγόμενα του Τούρκου πανεπιστημιακού, ο κύριος δικαστικός σύμβουλος του προέδρου Ερντογάν θεωρεί ότι το νέο σύνταγμα θα μετατρέψει την τουρκική δικαιοσύνη σε έναν εντελώς ανεξάρτητο θεσμικό φορέα. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθούν τα όσα υποστήριξε ο ηγέτης του κόμματος της αντιπολίτευσης CHP, Κεμάλ Κιλιντσντάρογλου, ο οποίος τόνισε ότι το δημοψήφισμα θα είναι ουσιαστικά επιλογή ανάμεσα στη δημοκρατία και σε ένα καθεστώς όπου θα ασκεί την απόλυτη εξουσία ένα και μόνο πρόσωπο. Ο ίδιος θεωρεί ότι το δημοψήφισμα της ερχόμενης άνοιξης δεν είναι κομματικό θέμα αλλά αφορά ολόκληρη την πατρίδα, την ανεξαρτησία της δικαστικής αρχής και εν γένει της δημοκρατίας.[7]

 

Πρόσφατες δημοσκοπήσεις και προβλέψεις

Μια πρώτη προσπάθεια πρόβλεψης των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος προέρχεται από πρόσφατες δημοσκοπήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στη γείτονα και μαρτυρούν ότι σε καμία περίπτωση δεν έχει αποσαφηνιστεί η επιλογή των Τούρκων ψηφοφόρων. Αναλυτικότερα, σε πρόσφατες δημοσκοπικές έρευνες η εταιρεία A&G έδωσε στο «Ναι» 52% ενώ η εταιρεία Metropoll έδωσε υπεροχή του «Όχι» σε ποσοστό 51%.

Βάσει των μέχρι στιγμής δεδομένων και παρατηρώντας τη δυναμική που επικρατεί στις βάσεις των πολιτικών κομμάτων της Τουρκίας, CHP (Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα) και HDP (Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών) αναμένεται να υποστηρίξουν το όχι. Τα δυο σώματα μαζί υπολογίζονται στο 36% περίπου του συνολικού εκλογικού σώματος σύμφωνα με τις εκλογές του 2015. Όσον αφορά το MHP (Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης) τα δεδομένα περιπλέκονται περισσότερο. Κατ’ αρχάς, το κόμμα του Ντεβλέτ Μπαχτσελί αποτελεί τον κυριότερο υποστηρικτή του κυβερνώντος κόμματος στο εγχείρημα του δημοψηφίσματος. Το AKP (Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης) κατήρτισε τις προτάσεις για το νέο σύστημα υπό την υψηλή επιτήρηση και επίβλεψη των συμβούλων του προέδρου Ερντογάν χωρίς πολιτικό δημόσιο διάλογο, ωστόσο, η τελική μορφή του νέου συνταγματικού πακέτου ολοκληρώθηκε μόνο μετά την κλειστή συνάντηση με τον αρχηγό του MHP. Στις εκλογές του 2015 το ποσοστό του τελευταίου ανήλθε στο 12%, εντούτοις, δημοσκοπήσεις δίνουν ότι τουλάχιστον το μισό ποσοστό των υποστηρικτών του, αντιτίθενται στο νέο συνταγματικό πακέτο.[8]

Πέραν όμως των τριών αυτών κομματικών σχηματισμών, όλα φαίνεται να εξαρτώνται από το πώς θα επιλέξουν να ψηφίσουν οι υποστηρικτές του AKP, το 50% σχεδόν του εκλογικού σώματος, βάσει των εκλογών του ’15. Πρόσφατες δημοσκοπήσεις στην Τουρκία δείχνουν ότι το 20% των ψηφοφόρων του AKP έχουν επιφυλάξεις για το νέο σύνταγμα. Στους ενδοιασμούς αυτούς πρωταγωνιστικό ρόλο έχει παίξει το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου αλλά κυρίως το τι ακολούθησε με τις μαζικές διώξεις και τις καταπιεστικές πρακτικές της τουρκικής κυβέρνησης. Τα δυο στοιχεία τα οποία μοιάζουν ικανά να καθορίσουν την εκλογική τους συμπεριφορά είναι: πρώτον, το πώς αντιλαμβάνονται οι ίδιοι τις αλλαγές στο νέο προεδρικό σύνταγμα. Υπάρχει η άποψη ότι μερικοί εξ αυτών ταυτίζουν το νέο σύστημα με την εικόνα που έχουν οι ίδιοι για την τουρκική κοινωνία, υπό την ηγεσία ενός ισχυρού, ισλαμιστή ηγέτη, ενώ υπάρχουν άλλοι που απορρίπτουν την ιδέα ενός πολιτικού αρχηγού που θα ελέγχει το ευρύ κοινό. Το δεύτερο στοιχείο είναι η ρητορική που επικρατεί στην Τουρκία για έναν «υπαρξιακό πόλεμο από ξένες δυνάμεις» οι οποίες θέλουν να καθορίσουν την τύχη της χώρας και συχνά γίνεται λόγος ότι βρίσκονται πίσω από τις τρομοκρατικές επιθέσεις. Το σενάριο αυτό εμπερικλείεται γύρω από τη λογική ότι η σταθερότητα είναι η μοναδική προτεραιότητα και στα μάτια εκατοντάδων χιλιάδων Τούρκων αυτή ταυτίζεται με τον ίδιο τον Ερντογάν.[9]

 

Συμπέρασμα

Παρά το γεγονός ότι υπέρμαχοι του όχι υποστηρίζουν ότι το νέο σύνταγμα θα μεταλλάξει την Τουρκία από ένα δημοκρατικό και πλουραλιστικό κράτος, όπου υπάρχει διαχωρισμός των εξουσιών, σε ένα πλειοψηφικό απολυταρχικό σύστημα, η κυβέρνηση έχει στην κατοχή της όλους τους πόρους που απαιτούνται για να πραγματοποιήσει την εκστρατεία υπέρ του ναι. Ο πρόεδρος Ερντογάν θεωρείται ένας χαρισματικός ηγέτης από μεγάλη μερίδα του τουρκικού λαού, ένας δυναμικός ρήτορας και ισχυρός κινητοποιητής των μαζών.

 

Για την αντιπολίτευση, «η εκστρατεία δεν θα λάβει χώρα σε ένα ελεύθερο περιβάλλον».[10] Δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο ηγέτης του HDP, Σελαχατίν Ντεμιρτάς, παραμένει στη φυλακή, την ίδια ώρα που τουρκικά μέσα λογοκρίνονται, δημοσιογράφοι φυλακίζονται, συγγραφείς και πανεπιστημιακοί παύονται των καθηκόντων τους. Για τον ίδιο τον Ερντογάν, ο οποίος ηγείται της Τουρκίας ως πρωθυπουργός και πρόεδρος τα τελευταία 14 χρόνια, το ναι θα δώσει την ευκαιρία να παραμείνει στην εξουσία μέχρι και το 2029. Οι επόμενες εκλογές είναι προγραμματισμένες για το 2019, τη χρονιά που η τωρινή θητεία του τελειώνει. Εάν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι όχι, αυτό θα σημάνει την πρώτη μεγάλη και ουσιαστική ήττα του, αφού από το 2002 έχει νικήσει κάθε πολιτική αναμέτρηση που έχει δώσει στο εσωτερικό της τουρκικής πολιτικής σκηνής (ενδεικτικά: διαμάχη με Γκιουλέν, απομάκρυνση Γκιούλ, Νταβούτογλου, εκκαθαρίσεις σε δημόσια αξιώματα, στράτευμα, αστυνομία).
 
Το κουρδικό πρόβλημα το οποίο παραμένει ανοικτό (και εντός και εκτός Τουρκίας), οι τρομοκρατικές επιθέσεις, καθώς επίσης και ρητορικές για τα δυτικά σύνορα της χώρας, αναφορικά με τα «δικαιώματα» της Άγκυρας σε Αιγαίο και αυτοαποκαλούμενες διαφιλονικούμενες περιοχές, είναι παράγοντες που όσο παραμένουν ανοικτοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να ικανοποιηθεί η εθνικιστική αλλά και ισλαμιστική πτέρυγα της κοινωνίας, η οποία είναι ιδιαιτέρως χρήσιμη για να επέλθει η απαιτούμενη πλειοψηφία υπέρ του ναι στο δημοψήφισμα της άνοιξης.



[1] Koylu, H., “Turkish constitutional reform: Five important points”, Deutsche Welle, 21/1/2017, http://bit.ly/2lt2Z32
[2] Ibid.
[3] Bayramoglu, A., “Will presidential referendum kill Turkey’s democracy?”, Al-Monitor, 23/1/2017, http://bit.ly/2k15g8r
[4] Jenkins, G. H., “Turkey’s proposed constitutional changes and Erdogan’s forever war”, The Turkey Analyst, 14/12/2016, http://bit.ly/2kMO3xR
[5] Bora, B., “’Turkey’s constitutional reform: All you need to know”, Al Jazeera, 17/1/2017, http://bit.ly/2lvtvcS
[6] Ibid.
[7] Hurriyet Daily News, “Democracy will be put to vote in referendum, main opposition leader says”, 7/2/2017, http://bit.ly/2k7UGNQ
[8] Bayramoglu, A., op.cit.
[9] Ibid.
[10] Ibid.
Share:

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017

Στρατολόγηση παιδιών στο Ιράκ

του Βασίλη Πανταζόπουλου
 
Ο ρους της ιστορίας, έχει καταγράψει δεκάδες συγκρούσεις οι οποίες έχουν πάρει τη μορφή των επονομαζόμενων «πολέμων φθοράς». Πρόκειται για συγκρούσεις ανάμεσα σε δυνάμεις με παραπλήσιες δυνατότητες (οικονομικές, στρατιωτικές, τεχνολογικές κ.α.), οι οποίες δεν δύνανται να επιβάλουν τη θέληση τους στον αντίπαλο ή εν γένει να επιτύχουν τους πολιτικούς στόχους που έχουν θέσει με ένα γρήγορο και αποτελεσματικό πόλεμο, αλλά αναλώνονται σε έναν είδος σύγκρουσης το οποίο οδηγεί τα αποθέματά τους στα όρια τόσο σε υλικά αγαθά όσο και σε ανθρώπινο δυναμικό. Συχνή τακτική σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι η επιστράτευση διάφορων τεχνικών που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη πιθανών ελλείψεων.                   
Πιο συγκεκριμένα, μία αρκετά συνηθισμένη τεχνική, η οποία εφαρμόσθηκε στον 20ο αιώνα, είναι και η στρατολόγηση παιδιών. Παιδιά μικρής ηλικίας (σε μερικές περιπτώσεις ακόμη και 10 ετών) καλούνται να καλύψουν κενά στην πολεμική μηχανή τα οποία δεν μπορούν να καλυφθούν με διαφορετικό τρόπο. Έτσι, «συμβάλλουν» είτε με τη συμμετοχή τους σε μάχες, είτε σε βοηθητικά κρίσιμα σημεία. Με αποτέλεσμα, ανήλικοι να έχουν κατά καιρούς βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα. Η παρούσα κατάσταση στη Μέση Ανατολή επιβεβαιώνει με το χειρότερο τρόπο την ύπαρξη αυτής της δράσης. Μετά την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003 οι συγκρούσεις αποτελούν σύνηθες φαινόμενο και ειδικά μετά την έκρηξη και την στρατιωτικοποίηση της Αραβικής Άνοιξης. Ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία, η εμφάνιση του –αυτοαποκαλούμενου- Ισλαμικού Κράτους και η διεθνής εμπλοκή, η οποία έχει επιτείνει τη διαμάχη,  έχουν προκαλέσει την στρατολόγηση παιδιών από διάφορες πλευρές. Στην περίπτωση του Ιράκ συγκεκριμένα, η τακτική αυτή έχει χρησιμοποιηθεί από όλους τους τοπικούς δρώντες.       
Το φαινόμενο αυτό της στρατολόγησης παιδιών συναντάται επίσης και στην περίπτωση των Κούρδων, οι οποίοι παίρνουν μέρος στον πόλεμο για αρκετά χρόνια και χαρακτηρίζονται από έλλειψη ισχυρού ανθρώπινου δυναμικού, ούτως ώστε να καλύψουν όλες τις ανάγκες τους. Συνεπώς, έχουν κατά καιρούς χρησιμοποιήσει παιδιά είτε σε μάχιμους, είτε σε βοηθητικούς ρόλους. Ένοπλες ομάδες στο Ιράκ, φιλικά προσκείμενες προς το PKK[1], έχουν στρατολογήσει αγόρια και κορίτσια μικρών ηλικιών.[2] Αν και αυτή η πρακτική αντίκειται με τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, φαίνεται πως συγκεκριμένα στην περίπτωση των Κούρδων υφίσταται κάποιο ιδιαίτερο «καθεστώς», το οποίο εγείρει πολυσήμαντα ερωτήματα, αφού τα παιδιά κατατάσσονται εθελοντικά στις στρατιωτικές ομάδες για να πολεμήσουν ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος. Είτε για λόγους εκδίκησης, είτε για να προστατεύσουν τις οικογένειές τους. Ωστόσο, δεν απουσιάζουν τα περιστατικά στα οποία έχουν καταγραφεί περιπτώσεις όπου υπήρξε κακοποίηση όσων παιδιών προσπάθησαν να φύγουν από τις ομάδες αυτές.[3]                                                            
 Στην περίπτωση του Ιράκ, πολλά παιδιά έχουν στρατολογηθεί από ομάδες που υποστηρίζουν την κυβέρνηση, παρόλο που κάτι τέτοιο έχει απαγορευθεί. Όπως είναι εύκολα κατανοητό όμως, η κυβέρνηση δεν δείχνει ιδιαίτερη ζέση στο να επιβάλλει στις ομάδες αυτές το ισχύον νομικό πλαίσιο, αφού αγωνίζονται για τα δικά της συμφέροντα. Αν και οι αρχηγοί των ομάδων αυτών είχαν συμφωνήσει στο να σταματήσουν την πρακτική αυτή, κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει ως τώρα.[4] Δεν αποτελεί έκπληξη ότι την ίδια τακτική ακολουθεί και το Ισλαμικό Κράτος, προχωρώντας μάλιστα και ένα βήμα παραπέρα, δημιουργώντας σχολεία στα οποία υποβάλει τους νεαρούς μαχητές του σε πλύση εγκεφάλου και τους διδάσκει από νεαρή ηλικία τη χρήση όπλων, χειροβομβίδων και εκρηκτικών. Εύλογα όπως ήταν αναμενόμενο, το Ισλαμικό Κράτος αποτελεί την πρώτη δύναμη σε στρατολόγηση ανηλίκων[5].                              
Το νομικό πλαίσιο για τις πρακτικές αυτές είναι ξεκάθαρο και έχει θεσμοθετηθεί τόσο από τη συνθήκη της Γενεύης όπου αναφέρει ότι η στρατολόγηση ή η χρησιμοποίηση παιδιών σε συγκρούσεις αποτελεί έγκλημα πολέμου[6], όσο και από τον ΟΗΕ. Το Προαιρετικό Πρωτόκολλο στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, σχετικά με την εμπλοκή των παιδιών σε ένοπλες συγκρούσεις αναφέρει χαρακτηριστικά ότι κανένα παιδί κάτω από την ηλικία των 18 ετών δεν πρέπει να συμμετέχει σε ένοπλες συγκρούσεις και επιπλέον αναφέρει ότι τα κράτη έχουν την υποχρέωση να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να επιβάλουν το νόμο αυτό.[7] Υπάρχουν παρόλα αυτά μαρτυρίες για παιδιά κάτω των 15 ετών όπου όχι μόνο στρατολογήθηκαν αλλά συμμετείχαν και σε μάχες[8]. Επιπλέον, οι ΗΠΑ έχουν ψηφίσει νόμο το 2008 σύμφωνα με τον οποίο η αμερικανική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση έχει την δυνατότητα να τιμωρήσει χώρες που χρησιμοποιούν τέτοιες πρακτικές. Η «τιμωρία» προβλέπει την άρνηση στρατιωτικής βοήθειας ή την παραχώρηση δυνάμεων ασφαλείας για την τήρηση της τάξης στη χώρα. Το πρόβλημα είναι, ότι ο Πρόεδρος έχει τη δυνατότητα να εγκρίνει την παροχή βοήθειας σε τέτοιες χώρες, στην περίπτωση που η βοήθεια αυτή είναι ωφέλιμη προς τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Ως αποτέλεσμα, από το 2010 που τέθηκε σε εφαρμογή ο νόμος, ο Πρόεδρος ασκούσε αυτό του το δικαίωμα κάθε χρόνο, κάτι που ουσιαστικά κατέστησε το νόμο μη ενεργό.[9] Τέλος,  σύμφωνα επίσης με τον ιρακινό νόμο, η χρήση παιδιών στις ένοπλες συγκρούσεις αποτελεί κακούργημα.[10] Παρόλο που υπάρχει το συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο όμως, αυτό δεν εμποδίζει τους τοπικούς δρώντες να προχωρούν ανερυθρίαστα στην καταστρατήγησή του. Με τα μέχρι τώρα δεδομένα, περίπου 1 στα 5 παιδιά βρίσκεται σε κίνδυνο είτε να χάσει τη ζωή του, είτε να τραυματιστεί, είτε να πέσει θύμα σεξουαλικής βίας, είτε να στρατολογηθεί[11].  Με αποτέλεσμα να αναζητούνται απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα όπως είναι η μελλοντική εξέλιξη του συριακού λαού, η παράλληλη εμπλοκή της Δύσης στη ζοφερή αυτή εξέλιξη στην οποία απουσιάζει η προοπτική βελτίωσης για τον πληθυσμό της Συρίας, ο οποίος μαστίζεται από την επταετή εμπόλεμη σύρραξη. Πρακτικές όπως η στρατολόγηση παιδιών προκαλούν επιπτώσεις όχι μόνο στο προφανές, την απώλεια χιλιάδων ανθρώπων, αλλά και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα των ανηλίκων. Δεδομένου ότι δέχονται μια μιλιταριστική αγωγή, εξοικειώνονται από μικρή ηλικία με τη χρήση όπλων το μέλλον τους προδιαγράφεται οδυνηρό. Όταν παρατούν το σχολείο και ακολουθούν τον οποιοδήποτε τοπικό ηγέτη, βρισκόμενοι υπό την άμεση επιρροή του, τι δύναμη του δίνουν; Και πως θα χρησιμοποιήσει αυτός αυτήν τη δύναμη στο μέλλον, στο κυνήγι για μια θέση ισχύος στην προσπάθεια ανοικοδόμησης του κράτους. Είτε το κράτος αυτό λέγεται Ιράκ, είτε λέγεται Συρία, είτε λέγεται Λιβύη. Διότι οι τοπικοί πολέμαρχοι, αποτελούν προσωπικότητες με ιδιαίτερα σημαντική επιρροή για την περιοχή τους. Η Δύση λοιπόν έχει στρατηγικό συμφέρον να εμποδίσει τις πρακτικές αυτές και να φροντίσει ώστε τα παιδιά που γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν στον πόλεμο να γνωρίσουν κάτι διαφορετικό και να ακολουθήσουν διαφορετικό δρόμο.

 



[1] Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν, γνωστό με τα αρχικά του στα κουρδικά ως PKK.,είναι κουρδική στρατιωτική οργάνωση που εδρεύει στο τουρκικό και ιρακινό Κουρδιστάν.
[2]Human Rights Watch, Iraq: Armed Groups Using Child Soldiers. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: https://www.hrw.org/news/2016/12/22/iraq-armed-groups-using-child-soldiers-0 {Ημερομηνία πρόσβασης: 26/1/2017}
[3] Human Rights Watch, ibid.
[4] Human Rights Watch, Coursen-Neff Z., Stop Recruiting Child Soldiers in Iraq. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο:https://www.hrw.org/news/2017/01/04/stop-recruiting-child-soldiers-iraq {Ημερομηνία πρόσβασης: 26/1/2017}
[5]Kersten M.,Confronting the Use of Child Soldiers in Iraq. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο:https://justiceinconflict.org/2017/01/12/confronting-the-use-of-child-soldiers-in-iraq/ {Ημερομηνία πρόσβασης: 26/1/2017}
[6] Human Rights Watch, Iraq: Armed Groups Using Child Soldiers. Ibid
[7] Optional Protocol to the Convention on the Rights of the Child on the involvement
of children in armed conflict. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: http://www.ohchr.org/EN/ProfessionalInterest/Pages/OPACCRC.aspx ({Ημερομηνία πρόσβασης: 26/1/2017}
[8] Human Rights Watch, Iraq: Armed Groups Using Child Soldiers. Ibid {Ημερομηνία πρόσβασης: 26/1/2017}
[9] Ravinsky J. and Lumpe L., In the fight against human trafficking, child soldiers get ignored. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: http://thehill.com/blogs/congress-blog/foreign-policy/314155-in-the-fight-against-human-trafficking-child-soldiers-get {Ημερομηνία πρόσβασης: 26/1/2017}
[10]Kersten M., Ibid.
[11]Humanitarian Action for Children 2017-Iraq.
 Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο:   http://reliefweb.int/report/iraq/humanitarian-action-children-2017-iraq -Report from UN Children’s Fund {Ημερομηνία πρόσβασης: 26/1/2017}
Share:

Ο αντίκτυπος των τρομοκρατικών επιθέσεων του ΙΚ στα ανθρώπινα δικαιώματα

της Μάρως Μπαφαλούκου
 
Οι εμπόλεμες συρράξεις στο Ιράκ τη Λιβύη και τη Συρία προκάλεσαν αναταραχή στον αραβικό κόσμο. Συμμαχίες ανατράπηκαν απολυταρχικά καθεστώτα, κατάρρευσαν και παράλληλα αναδείχθηκαν νέοι σχηματισμοί και φιλόδοξοι “πολιορκητές”. Η Συμφωνία Sykes-Picot[1], που οριοθετούσε από το 1916 τα σύνορα στη Μέση Ανατολή σήμερα έχει πλήρως ανατραπεί αφήνοντας μετέωρες τις γεω-πολιτικές διεκδικήσεις. Οι πόλεμοι που έλαβαν χώρα επανέφεραν θρησκευτικές και φυλετικές αντιθέσεις, οι οποίες λειτούργησαν ως αφορμή για την γέννηση μιας πολυδιάστατης οργάνωσης που μέσω βομβιστικών επιθέσεων έχει καταφέρει να απειλεί την ασφάλεια και τις ζωές των ανθρώπων σε παγκόσμια κλίμακα. Ανατρέχοντας στο χρονικό της δράσης του αυτο-αποκαλούμενου Ισλαμικού Κράτους, έχουν πραγματοποιηθεί 143 επιθέσεις σε 29 χώρες, αφαιρώντας τη ζωή από 2,043 ανθρώπους. Από τις 29 Ιουνίου 2014 το Ισλαμικό Κράτος[2] (εφεξής ΙΚ) ανακήρυξε μονομερώς την ίδρυση του Χαλιφάτου στις περιοχές της Συρίας και του Ιράκ ορίζοντας επικεφαλής τον Abu Bakr al-Baghdadi. Η εξάπλωση του «χαλιφάτου» σε μια ευρύτερη επικράτεια που θα περιλαμβάνει περιοχές της Μέσης Ανατολής, μέχρι τη Λιβύη και την Αλγερία[3], ήταν από τους πρωταρχικούς στόχους του ΙΚ. Ωστόσο, επιθέσεις έχουν πραγματοποιηθεί και σε περιοχές εκτός της Συρίας και του Ιράκ, όπως είναι η Ευρώπη[4], οι ΗΠΑ[5], η Β. Αφρική[6] και η υπο-σαχάριαΑφρική.                                  
Η παγκοσμιοποιημένη διάσταση της δράσης του ΙΚ εξηγεί τη σοβαρότητα των επιθέσεων και την επικινδυνότητα που απειλεί τις ζωές των πολιτών. Θύματα των επιθέσεων είναι κατά πλειονότητα άμαχοι πληθυσμοί, με αποτέλεσμα η τρομοκρατική δράση να θέτει υπό απειλή το αναφαίρετο δικαίωμα της ζωής. Ωστόσο, η  προσπάθεια, που καταβάλλει η Διεθνής Κοινότητα[7] για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας δημιουργεί περισσότερο έναν φαύλο κύκλο ως προς την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και λιγότερο φαίνεται να αποτελεί τη λύση.
 Πιο συγκεκριμένα, από την μια πλευρά, η δράση των δυτικών δυνάμεων πριν από την γέννηση του ΙΚ ώθησε στη δημιουργία μιας ισχυρής τρομοκρατικής οργάνωσης και παράλληλα προκάλεσε την αποσταθεροποίηση της «πάσχουσας» Μέσης Ανατολής. Οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις ΗΠΑ που συνέβησαν στην περιοχή του Αφγανιστάν και του Ιράκ αντίστοιχα εξέθρεψαν εν μέρει την κρίση στην περιοχή. Επιπλέον, έχει υποστηριχθεί  ότι η πρόσφατη ουκρανική κρίση λειτούργησε ως αφορμή για την έντονη εμπλοκή της Ρωσίας στη σύρραξη της Συρίας από το 2015 μέχρι σήμερα[8]. Η αρωγή εκ μέρους της Ρωσίας, ως προς τις καθεστωτικές δυνάμεις του Bashar al-Assad ενδυνάμωσε τον εμφύλιο πόλεμο προκάλεσε την αντίδραση του ΙΚ. Ωστόσο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της
Washington  το 80-90% των αεροπορικών επιθέσεων από την πλευρά της Ρωσίας δεν είχαν ως στόχο τους τζιχαντιστές. Επιβεβαιώνοντας τον ισχυρισμό πως η Ρωσία ενδιαφέρεται περισσότερο να προστατέψει την ναυτική της βάση Tartus, να διεκδικήσει την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων πετρελαίου και αερίου στην περιοχή και λιγότερο να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της τρομοκρατικής απειλής. Σε  συνέχεια των δράσεων αυτών προκλήθηκε και η συμμετοχή των ευρωπαϊκών δυνάμεων μέσω εναέριων βομβαρδισμών κατά των τζιχαντιστών. Στον απότοκο των αλυσιδωτών αυτών γεγονότων συμπεριλαμβάνονται μεταξύ άλλων, οι πολυάριθμες επιθέσεις στη Γαλλία. Η επιλογή του ΙΚ να επιτεθεί  παραδείγματος χάρη στο Παρίσι ή στη Νίκαια την  ημέρα της Εθνικής Εορτής της Γαλλίας χαρακτηρίσθηκε ως μη τυχαία. Εν αντιθέσει, μέσω αυτών των επιθέσεων το ΙΚ θέλησε να απομυθοποιήσει την ευμάρεια του δυτικού πολιτισμού και να απογυμνώσει την εικόνα του μοντέλου μιας φιλοσοφίας συνδεδεμένης στις κοινωνικές αξίες, στην ελευθερία και την ισότητα. Παράλληλα, ο αυξημένος αριθμός επιθέσεων στην Τουρκία, επίσης δύναται να χαρακτηρισθεί από τις πολιτικές αποφάσεις της Κυβέρνησης Erdogan. Η μεταστροφή ενάντια στις δυνάμεις του ΙΚ, είναι ενδεχομένως ένας από τους λόγους που πρόσφατα η Τουρκία έχει αποτελέσει στόχο. Στην προσπάθεια της να αναχαιτίσει τα συμφέροντα των Κούρδων της Συρίας (του PKK και του YPG), έγινε στόχος του ΙΚ το οποίο στρέφεται εναντίον της Τουρκίας επιχειρώντας να δημιουργήσει ένα νέο μέτωπο. Συνολικά το 2016, έχουν γίνει  22 επιθέσεις σε τουρκικό έδαφος.                         
Από την άλλη πλευρά, η ex post αντίδραση της Διεθνής Κοινότητας στον περιορισμό της τρομοκρατίας περιορίζει κατά αυτό τον τρόπο και αυτή περαιτέρω τα ανθρώπινα δικαιώματα, με αποτέλεσμα τα όρια να γίνονται δυσδιάκριτα. Πολλές κυβερνήσεις υιοθετούν μέτρα υπέρ της ασφάλειας,  θέτοντας τη διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υποδεέστερη ιεραρχικά. Αναπτύσσονται ικανότητες μαζικής επιτήρησης στο αυστηρό πρότυπο των ΗΠΑ και του Λονδίνου, και ως εκ τούτου περιορίζεται η ελευθερία των ατόμων. Το γνωμικό “η βία γεννά βία[9]” αποποιείται τον γραφικό του χαρακτήρα και γίνεται πραγματικότητα.                                 
Επιχειρώντας έναν απολογισμό, η δύναμη που διαθέτει το ΙΚ φαίνεται να μην έχει “εκπνεύσει” εντελώς, παρόλο το γεγονός της πρόσφατης απομάκρυνσης των ανταρτών από την πόλη Aleppo. Ήδη οι πρώτες ημέρες του νέου έτους συνιστούν μαρτυρία της βιαιότητας της εξτρεμιστικής οργάνωσης, αναλογιζόμενοι των ποικίλων επιπτώσεων της πολύνεκρης επίθεσης, κατά το βράδυ της παραμονής πρωτοχρονιάς στο “club Reina” στην Κωνσταντινούπολη. Έναν χρόνο πριν αναλυτές[10] υποστήριζαν πως η οργάνωση αποδυναμώνεται και πως επιχειρεί περισσότερο κινήσεις εντυπωσιασμού εκτός της Μέσης Ανατολής, με απώτερο στόχο να αποπροσανατολίσει την διεθνή γνώμη και να κατασκευάσει ένα ισχυρό προφίλ. Ενδεχομένως μια οποιαδήποτε πρόβλεψη να βρίθει αστοχιών, ωστόσο, ο αντίκτυπος της δραστηριότητας του Ισλαμικού Κράτους στα ανθρώπινα δικαιώματα είναι επιβεβαιωμένος και άκρως εμφανής. Η αστάθεια της Μέσης Ανατολής έχει στερήσει το δικαίωμα της ζωής σε χιλιάδες ανθρώπους και έχει ταυτόχρονα κατορθώσει να μεταφέρει την ζοφερή αίσθηση του πολέμου και την απειλή της τρομοκρατίας στη συνείδηση κάθε πολίτη ανεξαρτήτου χώρας.



[1] Η συμφωνία Sykes-Picot, γνωστή και ως Συμφωνία της Μέσης Ανατολής της 16ης Μαΐου 1916 ανάμεσα στο Λονδίνο και το Παρίσι έθεσε τις βάσεις για την έναρξη μίας διαδικασίας που θα οδηγήσει στη χάραξη των συνόρων που ισχύουν έναν αιώνα μετά στη Μέση Ανατολή. Βλ. μεταξύ άλλων: https://www.britannica.com/event/Sykes-Picot-Agreement{Ημερομηνία πρόσβασης:16/01/2017}
[2]Βλ. http://www.cfr.org/iraq/islamic-state/p14811{Ημερομηνία πρόσβασης:16/01/2017}.
[3] Η εξάπλωση του «χαλιφάτου»  σύμφωνα με τις προθέσεις και τις εξαγγελίες του ΙΚ στοχεύει σε μια επικράτεια που θα συμπεριλάβει μελλοντικά τον Λίβανο, την Ιορδανία, το Ισραήλ, την Παλαιστίνη, το Κουβέιτ, την Τουρκία και την Κύπρο, καθώς σε χάρτη που εξέδωσε θεωρεί ήδη επαρχίες του Χαλιφάτου, τις Συρία, Ιράκ, Σαουδική Αραβία, Υεμένη, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Αίγυπτο, Λιβύη και Αλγερία.
[4] 7/1/2015 – 9/1/2015 – Δύο ένοπλοι τζιχαντιστές εισβάλουν στα γραφεία του γαλλικού σατιρικού περιοδικού Charlie Hebdo στο Παρίσι και δολοφονούν 12 άτομα. Τις επόμενες δύο ημέρες, άλλοι 5 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια συντονισμένων τρομοκρατικών επιθέσεων στο Παρίσι, 4 εξ’ αυτών σε πολιορκία σούπερ μάρκετ στα ανατολικά της γαλλικής πρωτεύουσας. Ο τραγικός απολογισμός των επιθέσεων, 17 νεκροί και 22 τραυματίες. Στις 11/1/2015 δίνεται στη δημοσιότητα βίντεο που παρουσιάζει τον δράστη της ομηρείας στο σούπερ μάρκετ να δηλώνει υποταγή στο ISIS.13/11/2015 - επίθεση στο γήπεδο ποδοσφαίρου και στη μουσική σκηνή Bataclan στο Παρίσι, με 130 θύματα και πάνω από 350 τραυματίες, 14/07/2016 -  Εθνική επέτειος εορτασμού της Βαστίλης, επίθεση στη Νίκαια στη λεωφόρο  Promenade des Anglais  με 86 θύματα και 434 τραυματίες. 22/03/2016 - δύο επιθέσεις στο Βέλγιο, στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών και στο σταθμό του μετρό. Οι πολύνεκρες επιθέσεις του Βελγίου χαρακτηρίσθηκαν από τα ΜΜΕ ως “ η 11η Σεπτεμβρίου της Ευρώπης”. Βλ. http://edition.cnn.com/2015/12/17/world/mapping-isis-attacks-around-the-world/{Ημερομηνία πρόσβασης:16/01/2017}
[5] 3/5/2015- δύο άνδρες, οι οποίοι φέρονται να υποστήριζαν το ISIS και οι οποίοι αργότερα αναγνωρίστηκαν από το ISIS ως «στρατιώτες του χαλιφάτου», άνοιξαν πυρ σε προάστιο του Ντάλας στο Τέξας, έξω από κτίριο στο οποίο διεξαγόταν διαγωνισμός καρτούν για τον Μωάμεθ, σκοτώνοντας 2 άτομα και τραυματίζοντας 1 ακόμη.
Βλ. http://edition.cnn.com/2015/12/17/world/mapping-isis-attacks-around-the-world/{Ημερομηνία πρόσβασης:16/01/2017}
[6] 18/03/2015- επίθεση στη Τυνησία, στο μουσείο Bardo, υποστηρίχθηκε πως πραγματοποιήθηκε ως αντίποινα  για το θάνατο του αρχηγού των τζιχαντιστών στη χώρα, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 23 άνθρωποι, ανάμεσα τους και τουρίστες. Δύο μέρες αργότερα, το Ισλαμικό Κράτος αναλαμβάνει την ευθύνη για επιθέσεις αυτοκτονίας σε τζαμί σιιτών στη Σανά, με αποτέλεσμα το θάνατο 142 ανθρώπων. Βλ. http://edition.cnn.com/2015/12/17/world/mapping-isis-attacks-around-the-world/ {Ημερομηνία πρόσβασης:16/01/2017}
[7] Human Rights Watch – World Report 2015,  Rights Aren’t Wrong in Tough Times”.
Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: https://www.hrw.org/news/2015/01/29/world-report-2015-rights-arent-wrong-tough-times {Ημερομηνία πρόσβασης:16/01/2017}
[8] GPF- Geopolitical Futures, Friedman G., “The Link Between Syria and Ukraine”. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: https://geopoliticalfutures.com/the-link-between-syria-and-ukraine/ {Ημερομηνία πρόσβασης:16/01/2017}. The National Interest,. Nye Jr J., “The Russian Connection Between Syria and Ukraine”.
Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: http://nationalinterest.org/feature/the-russian-connection-between-syria-ukraine-15237 {Ημερομηνία πρόσβασης:16/01/2017}
[9] Jean-Baptiste Henri Lacordaire.
[10] The Guardian,  Ghulov M., “Losing ground, fighters and morale – is it all over for Isis?Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: https://www.theguardian.com/world/2016/sep/07/losing-ground-fighter-morale-is-it-all-over-for-isis-syria-turkey{Ημερομηνία πρόσβασης:16/01/2017}. USA Today, Michaels J., “ISIL loses 45% of territory in Iraq, 20% in Syria” Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: http://www.usatoday.com/story/news/world/2016/05/17/exclusive-isil-loses-45-territory-iraq-20-syria/84499682/{Ημερομηνία πρόσβασης:16/01/2017}
 
 
Share:

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *