Τετάρτη 20 Μαρτίου 2019

Nord Stream 2: προώθηση ενεργειακών συμφερόντων ή ενεργειακή εξάρτηση δίχως τέλος;



 της Δέσποινας-Σταυρούλας Άλβα




Διαχρονικά, η ενέργεια λειτουργεί ως θεμελιώδες στοιχείο τόσο για την οικονομική ανάπτυξη των κρατών, όσο και για τη διατήρηση της θέσης τους στο διεθνές σύστημα. Οι ενεργειακοί πόροι, είναι απαραίτητοι για την ομαλή λειτουργία της οικονομίας, της κοινωνίας και των ενόπλων δυνάμεων ενός κράτους. Τα κράτη, συνηθίζουν να αλληλοεπιδρούν μέσω της ενεργειακής εξάρτησης των καταναλωτών από τους παραγωγούς ενέργειας, με σκοπό την απρόσκοπτη πρόσβαση στους πολύτιμους ενεργειακούς πόρους. Ωστόσο, αυτή η σχέση εξάρτησης και αλληλεπίδρασης, εκτός από οικονομικό, έχει και γεωπολιτικό  υπόβαθρο, αφού η ενέργεια πολύ εύκολα μπορεί να πολιτικοποιηθεί και να μετατραπεί σε μέσο άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Με αυτό τον τρόπο, φαίνεται ότι η διεθνής ασφάλεια και η ενέργεια, είναι άμεσα αλληλένδετες έννοιες.
Τα τελευταία χρόνια, η Ρωσία έχει ανακτήσει μεγάλο μέρος της ισχύος της και έχει αναδυθεί σε ισχυρή περιφερειακή δύναμη στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα. Η εξέλιξη αυτή, οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στον ενεργειακό της τομέα, καθώς αποτελεί τον μεγαλύτερο παραγωγό φυσικού αερίου στον κόσμο, κατέχοντας περίπου το ένα τρίτο των παγκόσμιων αποθεμάτων φυσικού αερίου. Έτσι, η Ρωσία μέσω της ενέργειας, εξασφαλίζει μια ισχυρή οικονομία καθώς και ένα ισχυρό μέσο για την άσκηση εξωτερικής πολιτικής.[1]
Η Ρωσία, προμηθεύει με φυσικό αέριο, αρκετές χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο, με μεγαλύτερο εταίρο της Ευρωπαϊκή Ένωση. Η τελευταία, αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο καταναλωτή ενέργειας διεθνώς, ενώ αξιοσημείωτο είναι ότι δεν κατέχει σχεδόν καθόλου ενεργειακούς πόρους. Το γεγονός αυτό, την καθιστά άμεσα εξαρτώμενη από χώρες παραγωγούς ενέργειας, όπως από τη Μέση Ανατολή, την Ρωσία αλλά και τις ΗΠΑ.[2]
Το ρωσικό φυσικό αέριο, διαχρονικά διοχετεύεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω της Λευκορωσίας και της Πολωνίας, καθώς και μέσω της Ουκρανίας και της Σλοβακίας. Το 2011, η Ρωσία αύξησε την μεταφορά φυσικού αερίου στην Ευρώπη, μέσω της κατασκευής ενός υπεράκτιου αγωγού φυσικού αερίου, του  Nord Stream, ο οποίος συνέδεε την Ρωσία με τη Γερμανία. [3]
Το 2015, η Ρωσία αποφάσισε να επεκτείνει τη διακίνηση του φυσικού αερίου της, μέσω της κατασκευής ενός πανομοιότυπου με τον πρώτο αγωγό, ο οποίος και πάλι θα συνδέει υποθαλάσσια τη Ρωσία με τη Γερμανία, μέσω της Βαλτικής θάλασσας. Η αρχή του αγωγού, βρίσκεται πλησίον του κόλπου Νάρβα, κοντά στην πόλη Kingisepp της ομοσπονδίας της Αγίας Πετρούπολης. Ο Nord Stream 2, πρόκειται να διπλασιάσει τον όγκο φυσικού αερίου που διοχετεύεται στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη, μέσω της προσθήκης δύο επιπλέον αγωγών μεταφοράς.
Ο συγκεκριμένος αγωγός, δύναται να μεταφέρει 55 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου, ποσότητα που σχεδόν αντιστοιχεί στο φυσικό αέριο που καταλήγει στην ΕΕ μέσω της Ουκρανίας.[4] Το έργο, ξεκίνησε το 2016 με την κατασκευή χαλύβδινων σωλήνων και το κόστος του ανέρχεται στα 9.5 δισεκατομμύρια ευρώ. Το 50% του έργου, χρηματοδοτείται από τον ενεργειακό κολοσσό Gazprom, η οποία διατηρεί το μονοπώλιο των αγωγών προμηθεύοντας το 40% του φυσικού αερίου της Ευρώπης, ενώ το υπόλοιπο έργο χρηματοδοτείται από τις γερμανικές εταιρείες Wintershall και Uniper, τη γαλλική Engie, την αυστριακή OMV και την ολλανδική Royal Dutch Shell.[5]
Ο υποθαλάσσιος αγωγός Nord Stream 2, πρόκειται να διασχίσει τα χωρικά ύδατα και τις αποκλειστικές οικονομικές ζώνες μιας σειράς χωρών, της Ρωσίας, της Γερμανίας, της Φινλανδίας, της Σουηδίας και της Δανίας. Οι πρώτες τέσσερις έχουν χορηγήσει όλες τις απαραίτητες άδειες για την κατασκευή του αγωγού, ενώ η Δανία φαίνεται ότι αντιλαμβάνεται την κατασκευή του αγωγού ως κάτι περισσότερο από ένα οικονομικό έργο, το οποίο σαφώς επηρεάζει την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, με αποτέλεσμα να διατηρεί τελικά επιφυλακτική στάση. Τελικά, η Gazprom επιλέγει να ακολουθήσει μια εναλλακτική διαδρομή, η οποία δεν θα περνάει από τα χωρικά ύδατα της Δανίας και τη νήσο Μπορνχόλμ.[6]
Αντίστοιχα με τη Δανία, η οποία θεωρεί ότι η κατασκευή του αγωγού αποτελεί ευρωπαϊκό ζήτημα, για το οποίο απαιτείται η εύρεση κοινής λύσης, αρκετές Ευρωπαϊκές χώρες-κυρίως της ανατολικής Ευρώπης- φαίνεται να αντιτίθενται στην κατασκευή του αγωγού. Έτσι, ο  Nord Stream 2, διαχωρίζει την Ευρωπαϊκή Κοινότητα τόσο κυριολεκτικά λόγω της γεωγραφικής διχοτόμησης, όσο και μεταφορικά λόγω των αντικρουόμενων ιδεολογιών. Σύμφωνα με αυτά τα κράτη, αυξάνεται η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ρωσία κι ως εκ τούτου, ενισχύεται σημαντικά η ίδια η Ρωσία. Σε μία εποχή που η Ρωσία θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω της επιθετικότητας της στην ανατολική Ευρώπη, η κατασκευή του Nord Steam 2, της παρέχει την δικαιοδοσία να ελέγχει ουσιαστικά την παροχή ενέργειας. [7]
Η Ουκρανία, είναι μια χώρα που εξαρτάται άμεσα και σε μεγάλο βαθμό από την ρωσική ενέργεια, τόσο για την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας της (θέρμανση, ηλεκτρισμός), όσο και τη βιομηχανία της. Ωστόσο, η Ρωσία δύο φορές στο πρόσφατο παρελθόν, μία φορά το 2006 και μία το 2009, έχει διακόψει την ομαλή ροή του φυσικού αερίου προς την Ουκρανία, χρησιμοποιώντας την ενέργεια ως μέσο πολιτικής πίεσης. Η κίνηση αυτή από την πλευρά της Ρωσίας είχε αναμφισβήτητα έντονο πολιτικό και διπλωματικό υπόβαθρο, αφού προσπάθησε να αποτρέψει την πρόσδεση της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την πιθανή μελλοντική εισδοχή της στο ΝΑΤΟ, μέσω ενός ενεργειακού αποκλεισμού.[8] Παρόμοια αντιμετώπιση έχουν κι άλλες γειτονικές της Ρωσίας χώρες που εξαρτώνται από την ενέργεια της, όπως οι Βαλτικές και η Λευκορωσία. Η κρίση στις Ρώσο-ουκρανικές σχέσεις κορυφώθηκε το 2014 με την Κριμαία, θορυβώντας ακόμα περισσότερο την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Έτσι, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε να ενισχύσει την ενεργειακή της ασφάλεια, μέσω ψηφίσματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το οποίο θέτει ένα νέο στρατηγικό πλαίσιο για την Ευρωπαϊκή Ενεργειακή της Πολιτική. Πιο συγκεκριμένα, στοχεύει στη δημιουργία μιας Ενεργειακής Ένωσης, με κοινή εσωτερική αγορά, η οποία θα ανεξαρτητοποιηθεί από το ρωσικό φυσικό αέριο και θα έχει κύριο μέλημα τη βιώσιμη ανάπτυξη.[9] Σε αυτό το πλαίσιο, εντάσσονται και οι νέες ανακαλύψεις μεγάλων ποσοτήτων ενεργειακών πόρων στη Μεσόγειο θάλασσα.[10] Συνάμα, μέσω του νότιου διαδρόμου φυσικού αερίου, τρείς αγωγοί θα διοχετεύουν στην Ευρώπη φυσικό αέριο. Το έργο περιλαμβάνει τον αγωγό του Νότιου Καυκάσου που θα συνδέει την Κασπία θάλασσα με την Τουρκία, τον αγωγό Ανατολίας και τον Διαδριατικό αγωγό, ο οποίος από το Αζερμπαϊτζάν θα καταλήγει στην Ιταλία κι από εκεί στην Ευρωπαϊκή αγορά. Είναι έκδηλο, λοιπόν, ότι τα ευρωπαϊκά κράτη επιθυμούν να μην εξαρτώνται αποκλειστικά από τις εισαγωγές της ρωσικής ενέργειας.[11] [12]
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με μη δεσμευτικό ψήφισμα, έχει δηλώσει ότι όλοι οι μεγάλοι αγωγοί που βρίσκονται σε ευρωπαϊκό έδαφος, πρέπει να υπόκεινται σε κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από τα παραπάνω, φαίνεται ότι η κατασκευή του Nord Stream 2, είναι ενάντια της Ευρωπαϊκής Ενεργειακής πολιτικής, αφού αντίκειται στα συμφέροντα πολλών κρατών μελών της Ένωσης και δεν είναι σύμφωνος με την μακροπρόθεσμη στρατηγική της Ενεργειακής Ένωσης με την ανοιχτή αγορά φυσικού αερίου. Επιπρόσθετα, ο Nord Stream 2 δύναται να αποτελέσει κίνδυνο για την οικονομική και φυσική ασφάλεια των ανατολικών ευρωπαϊκών χωρών, όπως για παράδειγμα για την Πολωνία, την Ουκρανία και τη Σλοβακία. Μέσω της κατασκευής του Nord Stream 2, η Ουκρανία ουσιαστικά χάνει περίπου 2 δισεκατομμύρια λόγω της απώλειας των τελών μεταφοράς του φυσικού αερίου, αφού δεν θα διέρχεται μέσω αυτής το φυσικό αέριο. Ταυτόχρονα, ο Nord Stream 2 μαζί με τον 1, ενδέχεται να κλείσουν τις υπάρχουσες διαδρομές φυσικού αερίου από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, δημιουργώντας μια επικίνδυνη και ευάλωτη εξάρτηση για τις χώρες αυτές, ενώ η Ρωσία θα είναι ελεύθερη να ασκήσει ακόμα πιο σκληρή εξωτερική πολιτική έναντι της Ουκρανίας. [13]
Η ρωσική ενέργεια και ο ρωσικός έλεγχος επί των εξαγωγικών οδών έχουν καταστεί σημαντικό ζήτημα στις διεθνείς σχέσεις. Η γεωγραφική εγγύτητα της Ευρώπης στην Ρωσία, το μέγεθος της Ευρώπης και τα μικρά ως ελάχιστα εκμεταλλεύσιμα ενεργειακά της αποθέματα, την καθιστούν ελκυστική αγορά για την Ρωσία, προκειμένου να εξάγει το φυσικό της αέριο. Επίσης, η μεταφορά του φυσικού αερίου μέσω των αγωγών είναι ιδιαίτερα οικονομική. Με βάση τα παραπάνω, η Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελεί σημαντικό εταίρο για την Ρωσία, προκειμένου η τελευταία να προβεί σε επενδύσεις στους ενεργειακούς της τομείς και να αυξήσει τα κέρδη της.[14]
Πέρα από την εξυπηρέτηση του οικονομικού της συμφέροντος, η Ρωσία μέσω της ενεργειακής της σχέσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση γενικά, αλλά και ειδικότερα μέσω του Nord Stream 2, δύναται να προωθήσει και πολιτικές της σκοπιμότητες. Ειδικότερα, η Gazprom, η οποία παράγει περισσότερο από το 90% του ρωσικού φυσικού αερίου, και είναι η κατεξοχήν υπεύθυνη για τον νέο αγωγό, είναι μια κρατική επιχείρηση, γεγονός που δηλώνει τη βαρύτητα της ως εργαλείο για την προώθηση των στόχων της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής. Μέσω των εσόδων της, η Gazprom, διοχετεύει χρήματα απευθείας στην κυβέρνηση, η οποία μπορεί με τη σειρά της να χρησιμοποιήσει τα χρήματα αυτά για πιθανές αμφιβόλου νομιμότητας δραστηριότητες ή ακόμα και για πολιτικές πιέσεις, όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν.[15] Με βάση τα παραπάνω, γίνονται αντιληπτοί τόσο οι στρατηγικοί στόχοι της Ρωσίας μέσω της πρωτοβουλίας της για την κατασκευή του Nord Stream 2, ενώ ταυτόχρονα, αποτυπώνονται ξεκάθαρα οι ανησυχίες της Ένωσης για την ασφάλεια του ενεργειακού της εφοδιασμού και της διόγκωσης της εξάρτησης από τη Μόσχα.
Ωστόσο, η Γερμανία, στην οποία και καταλήγει ο αγωγός Nord Stream 2, φαίνεται να υποστηρίζει την κατασκευή του έργου, δίνοντας έτσι μια άλλη οπτική στο ζήτημα. Πιο συγκεκριμένα, η γερμανική κυβέρνηση, υποστηρίζει ότι μέσω του νέου αγωγού, θα αυξηθεί η ασφάλεια του εφοδιασμού λόγω της σύνδεσης της Δυτικής Ευρώπης με τα μεγαλύτερα αποθέματα φυσικού αερίου στον κόσμο. Το γεγονός αυτό, θα εξασφαλίσει την αειφόρο ανάπτυξη, πτυχή εξαιρετικά σημαντική για την ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική. Επιπλέον, η Γερμανία και τα κράτη που υποστηρίζουν την κατασκευή του αγωγού μέσω των πετρελαϊκών τους εταιρειών, υποστηρίζουν ότι μέσω της αύξησης παροχής φυσικού αερίου, θα μειωθεί η ανάγκη χρήσης του άνθρακα και ως εκ τούτου οι εκπομπές CO2. Η αντικατάσταση του άνθρακα με το φυσικό αέριο, ωφελεί το κλίμα, καθώς όταν αυτό καίγεται, απελευθερώνει πολύ λιγότερο διοξείδιο απ’ ότι η καύση του.[16]
Επιπρόσθετα, ο Nord Stream 2, θα διοχετεύει ενέργεια που παρέχεται τώρα από τους πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, οι οποίοι πρόκειται να τεθούν εκτός σύνδεσης ως το 2022. Οι πυρηνικοί σταθμοί, είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, λόγω ενδεχόμενων διαρροών πυρηνικών αποβλήτων, πυρηνικών εκρήξεων, καθώς επίσης και λόγω του ότι είναι στόχος των τρομοκρατών.
Όπως προαναφέραμε, η ενέργεια αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο για την εξέλιξη και πρόοδο της ανθρώπινης κοινωνίας. Έτσι, η ενέργεια είναι ιδιαίτερης σημασίας και για τη Γερμανία, η οποία μέσω της αύξησης της εισαγωγής του φυσικού αερίου, δύναται να εφοδιάζει στο διηνεκές την ήδη πολύ ανεπτυγμένη οικονομία της, με αξιόπιστη και οικονομική παροχή ενέργειας. Η Γερμανία, αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς φυσικού αερίου παγκοσμίως, αφού το 92% του φυσικού αερίου που καταναλώνει, είναι εισαγόμενο. [17]Τέλος, το εγχείρημα του Nord Stream 2, συμφέρει τη Γερμανία, καθώς αναβαθμίζει τη θέση της σε περιφερειακό επίπεδο, λόγω του ότι θα αποτελεί τη χώρα διέλευσης του φυσικού αερίου, για την προμήθεια της υπόλοιπης ηπείρου. Ταυτόχρονα, η σύνδεση της Ρωσίας με τη Γερμανία μέσω αγωγού, ενισχύει την επιρροή της πρώτης στη Γερμανία, καθώς θα διαθέτει μεγάλο μερίδιο στην αγορά και έτσι θα μπορεί να την ελέγχει. Η Γερμανία είναι μια χώρα με ισχυρή οικονομική και πολιτική παρουσία, επομένως η Ρωσία έχει αναμφισβήτητα οφέλη από την πρόσδεση αυτής με το μέρος της, ειδικά σε μια περίοδο που έχει απομονωθεί τόσο με τη διεθνή κατακραυγή όσο και με τις κυρώσεις για τις επιθετικές της ενέργειες. [18]
Η ενεργειακή πολιτική της Ρωσίας και συγκεκριμένα η κατασκευή του Nord Stream 2, εκτός από ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη, βρίσκει αντίθετες και τις ΗΠΑ. Πιο συγκεκριμένα, οι ΗΠΑ έχουν επιβάλλει κυρώσεις τόσο στο ενεργειακό πρόγραμμα της Ρωσίας, όσο και στις ευρωπαϊκές εταιρείες που χρηματοδοτούν την κατασκευή του Nord Stream 2. Η τακτική αυτή των ΗΠΑ, στοχεύει στον περιορισμό της βιομηχανικής συνεργασίας Ρωσίας-Γερμανίας βραχυπρόθεσμα και στον γενικότερο περιορισμό της ρωσικής ισχύς μακροπρόθεσμα. Σκοπός των ΗΠΑ, είναι η ανάσχεση της Ρωσικής ενεργειακής πρωτοκαθεδρίας, μέσω της προώθησης του δικού τους ακριβότερου υγροποιημένου φυσικού αερίου(LNG). [19]Οι ΗΠΑ, υιοθετούν μια πολιτική παρεμβατικότητας, παρόλο που τα θέματα της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής πρέπει να αποφασίζονται από την Ευρώπη. Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ μέσω του ΝΑΤΟ αποτελούν αμυντική εγγύηση για την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν τους δίνει τη δικαιοδοσία να επηρεάζουν τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πολιτικές.
Η Ρωσία, χάρη στα ενεργειακά της αποθέματα αναμφισβήτητα αποτελεί μια ενεργειακή υπερδύναμη. Μέσω της ενέργειας δύναται να ασκεί επιρροή σε άλλες χώρες, οι οποίες εξαρτώνται από αυτή, προωθώντας έτσι τα συμφέροντα της. Η ενεργειακή πολιτική των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνοψίζεται στην επάρκεια της ενέργειας, στην προσβασιμότητα όσον αφορά στην τιμή της και στην ασφαλή χρήση της με απώτερο σκοπό την οικονομική ανάπτυξη αλλά και με κύριο γνώμονα την προστασία του περιβάλλοντος. Στις σχέσεις με την Ρωσία, τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται να μην ενστερνίζονται όλα απόλυτα την άποψη της επιθετικής Ρωσίας, καθώς αρκετά είναι τα κράτη που υποστηρίζουν ότι θα επωφεληθούν από την αύξηση στον ενεργειακό εφοδιασμό τους. Μένει να δούμε, εάν τα τελευταία θα επιβεβαιωθούν, ή εάν η Ρωσία με την κατασκευή του Nord Stream 2 και έχοντας στο πλευρό της την ισχυρή Γερμανία, θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί την ενέργεια και πάλι ως όπλο για την εξωτερική πολιτική και στρατηγική της, ενισχύοντας έτσι την επιρροή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.




[1] Debra Johnson, Paul Robinson, μτφ. Γιαλεσάκη Αναστασία, Οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης-Ρωσίας στον 21ο αιώνα, σ.259, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2010. 
[2] Μαίρη Μπόση, Οι όψεις της διεθνούς ασφάλειας, σ.σ. 123-124, Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2018.
[3]Tass Russian News Agency, Gas pipelines to Europe, 2018. [Online at: http://tass.com/infographics/7275]
[7] Luke Sherman, Julian Wettengel, Clean, Energy, Wire, 2018. [Online at: https://www.cleanenergywire.org/factsheets/gas-pipeline-nord-stream-2-links-germany-russia-splits-europe]
[8] Λέανδρος Μπόλαρης, Ουκρανία Σταυροδρόμι Ιμπεριαλιστικών Ανταγωνισμών, Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, Αθήνα,2014.
[9] Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, Ενεργειακή Ένωση για την Ευρώπη. [Online at: https://www.consilium.europa.eu/el/policies/energy-union/]
[10] Μαίρη Μπόση, Οι όψεις της διεθνούς ασφάλειας, σ. 134, Εκδόσεις Ποιότητας, Αθήνα, 2018.
[12]Tim Boersma, Europe’s Energy Dilemma, Brookings, 2018. [Online at: https://www.brookings.edu/articles/europes-energy-dilemma/]

[13] Diane Francis, Why Nord Stream 2 isn’t an ordinary pipeline, The Atlantic Council, 2018. [Online at: https://www.atlanticcouncil.org/?view=article&id=39051:why-nord-stream-2-isn-t-just-an-ordinary-pipeline]
[14] Debra Johnson, Paul Robinson, μτφ. Γιαλεσάκη Αναστασία, Οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης-Ρωσίας στον 21ο αιώνα, σ.σ. 268-269, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2010. 
[15] Luke Sherman, Julian Wettengel, Clean, Energy, Wire, 2018. [Online at: https://www.cleanenergywire.org/factsheets/gas-pipeline-nord-stream-2-links-germany-russia-splits-europe]
[16] Pros and Cons: Unstoppable Nord Stream 2 diving EU into Two Camps, Sputnik, 2019. [Online at: https://sputniknews.com/europe/201902051072121417-nord-stream-europe/]
[17]Soren Amelang, Julian Wettengel, Germany’s dependence on imported fossil fuels, Clean, Energy, Wire, 2018. [Online at: https://www.cleanenergywire.org/factsheets/germanys-dependence-imported-fossil-fuels]
[18] Robert Bosch, Nord Stream 2 is a trap of Germany’s own making, Financial Times, 2018. [Online at: https://www.ft.com/content/37c7670e-f7d1-11e8-a154-2b65ddf314e9]
[19] US Criticism of Nord Stream 2 Due to American Energy Interests-German Official, Sputnik, 2019.[Online at: https://sputniknews.com/business/201901311071992202-us-germany-nord-stream2-interests/]

Share:

Η πυρηνική στρατηγική της Βόρειας Κορέας

της Χατζηθεοδώρου Χριστίνας


Τα πυρηνικά όπλα βρίσκονται στο προσκήνιο μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και αποτελούν μία πραγματικότητα που μετράει ήδη τρία τέταρτα του αιώνα και δεν αναμένεται να αλλάξει στο σύντομο μέλλον. Πρόσφατα χώρες όπως το Ιράν προσπαθούν να αποκτήσουν πυρηνικά και παρόλα αυτά τα πυρηνικά δεν έχουν χρησιμοποιηθεί μετά το τέλος του. Μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου το ζήτημα που κυριάρχησε σχετικά με τη πυρηνική στρατηγική αφορούσε τη διασπορά των πυρηνικών όπλων, καθώς όλο και περισσότερες χώρες απέκτησαν πυρηνικά όπλα ή τη δυνατότητα πυρηνικής επιλογής. [1]Μεταξύ των χωρών που απέκτησαν πυρηνικά όπλα υπήρξε και η Βόρεια Κορέα στις αρχές του 21ου αιώνα. Το πυρηνικό της πρόγραμμα θα μπορούσε να χωριστεί σε δύο περιόδους, την περίοδο προσπάθειας δημιουργίας του σχάσιμου υλικού για την απόκτηση των πυρηνικών και την περίοδο αφότου έκανε την πρώτη πετυχημένη της δοκιμή. Το 2006 προέβη στη πρώτη δοκιμή πυρηνικής βόμβας ενώ το 2017 έκανε την έκτη πυρηνική δοκιμή.  Ήδη από το 2006 επιβλήθηκαν οικονομικές κυρώσεις στη χώρα ως αποτέλεσμα της απόκτησης των πυρηνικών όπλων, ενώ υπολογίζεται ότι η χώρα διαθέτει γύρω στα 20 με 60 πυρηνικά όπλα.[2]

Οι λόγοι που η Βόρεια Κορέα θέλησε να αναπτύξει το πυρηνικό της πρόγραμμα εντοπίζονται πίσω στην Πόλεμο της Κορέας και τη μετέπειτα έκβασή του. Μετά το τέλος του πολέμου ισχυρές αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις εγκατασταθήκαν στα σύνορα της Νότιας Κορέας, προκαλώντας αβεβαιότητα στη Βόρεια Κορέα. Η τελευταία προσπάθησε να συνάψει συμφωνίες με την Κίνα και τη Σοβιετική Ένωση ώστε να εξισορροπήσει τις αμερικανικές δυνάμεις που είχαν σταθμεύσει στα σύνορά της, αλλά οι δύο χώρες αρνήθηκαν την όποια συμφωνία για παροχή όπλων στη Βόρεια Κορέα. Αποτέλεσμα αυτής της άρνησης υπήρξε, ήδη από το 1970, η προσπάθεια της Βόρειας Κορέας να προβεί σε διαχωρισμό πλουτωνίου, ενώ το 1980 είχε επαρκή ποσότητα πλουτώνιου για να δημιουργήσει μία πυρηνική κεφαλή.[3]
Παρόλο που το 1985 η Βόρεια Κορέα είχε υπογράψει τη Συνθήκη για τη Μη διασπορά των πυρηνικών όπλων, η ίδια κατηγορήθηκε από τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας ότι συνέχιζε το πυρηνικό της πρόγραμμα παρά τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει υπογράφοντας τη συνθήκη. Η Βόρεια Κορέα αποσύρθηκε ολοκληρωτικά από την συνθήκη το 2002, κάνοντας την πρώτη πετυχημένη της δοκιμή το 2006. Από εκείνη τη χρονιά και έπειτα η Βόρεια Κορέα είχε τη δυνατότητα δεύτερου πλήγματος ενάντια σε όποια απειλή πυρηνικής φύσεως.
Η πλειονότητα των πυρηνικών εγκαταστάσεων της Βόρειας Κορέας βρίσκεται στο ερευνητικό κέντρο στη Yongbyon, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία του σχάσιμου υλικού για τις έξι πυρηνικές δοκιμές της. Το σχάσιμο υλικό της βασίζεται στον καθαρισμό πλουτώνιου. Κατά τη διαδικασία αυτή το πλουτώνιο αφαιρείται από τα υπόλοιπα κατάλοιπα των πυρηνικών αντιδραστήρων.[4] Παράλληλα όμως έχει αναπτύξει και τη δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου, όπου το ποσοστό του U235 αυξάνεται  στο μείγμα μέχρι να φτάσει το 90 τοις εκατό στη ποσότητα του ουρανίου.[5]Αυτή η δυνατότητα υπήρξε αποτέλεσμα της επαναλειτουργίας του πυρηνικού αντιδραστήρα.[6]
Η συμπεριφορά της Βόρειας Κορέας συνδέεται άμεσα με το δίλημμα ασφαλείας που αποτελεί ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του διεθνούς συστήματος. Σύμφωνα με αυτό, η λήψη μέτρων που αυξάνουν την ασφάλεια ενός κράτους, όπως για παράδειγμα η αύξηση των εξοπλισμών, δημιουργεί ανασφάλεια στα υπόλοιπα κράτη, άσχετα με την πρόθεση του πρώτου κράτους. Με τη σειρά τους, τα κράτη αυτά λαμβάνουν μέτρα για να αυξήσουν την ασφάλειά τους, έχοντας ως αποτέλεσμα το πρώτο κράτος να αισθανθεί ανασφαλές. Χώρες οι οποίες δεν έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν ένα ισχυρό συμβατικό οπλοστάσιο ενάντια σε έναν δυνητικό αντίπαλο, επιλέγουν τα πυρηνικά ως αντιστάθμισμα. Η Βόρεια Κορέα με τη δημιουργία πυρηνικού οπλοστασίου κατάφερε να εξισορροπήσει τις ΗΠΑ που είχαν πολύ ισχυρότερο συμβατικό οπλοστάσιο και το οποίο δε θα μπορούσαν να νικήσουν.
Ωστόσο, η χρήση των πυρηνικών όπλων από την Βόρεια Κορέα είναι σχεδόν απίθανη με τα σημερινά δεδομένα. [7] Ο κύριος λόγος κατοχής πυρηνικών όπλων από τη Βόρεια Κορέα έχει να κάνει με τις έννοιες της αποτροπής και του πειθαναγκασμού. Η αποτροπή αφορά τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης με την απειλή χρήσης βίας, ενώ η πειθαναγκασμός έγκειται στην αλλαγή της κατάστασης αυτής με την απειλή χρήσης βίας. Τα αδύναμα κράτη μπορούν να χρησιμοποιούν τον πειθαναγκασμό μέσω πυρηνικών όπλων, καθώς επιτρέπει στο αδύναμο –σχετικά- κράτος να αλλάζει την υφιστάμενη κατάσταση με παράλληλη μείωση του φόβου για αντίποινα.[8] Όσον αφορά τον πειθαναγκασμό και τη πυρηνική στρατηγική της Βόρειας Κορέας, έχοντας πυρηνικά όπλα, καταφέρνει να αποσπά οικονομικούς πόρους από χώρες που ειδάλλως δε θα έδιναν σημασία σε ένα φτωχό κράτος. Με αυτόν τον τρόπο καταφέρνει να επιβιώνει στο διεθνές σύστημα. Αντίστοιχα, σχετικά με την έννοια της αποτροπής, τα πυρηνικά της τη βοηθούν στη διατήρηση του καθεστώτος στη χώρα. Ιδιαίτερα, κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, με την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, η Βόρεια Κορέα είχε κάθε λόγο να ανησυχεί για τη διατήρηση του καθεστώτος της. Και οι δύο στρατηγικές αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής της. Το δίλημμα ασφαλείας έπαιξε  ρόλο στην απόκτηση των πυρηνικών όπλων, καθώς με αυτόν τον τρόπο διασφάλισε την επιβίωση ενός μη αρεστού καθεστώτος από τις ΗΠΑ και άλλες χώρες.
Λαμβάνοντας  υπόψη τα κίνητρα της Βόρειας Κορέας, η τελευταία δε θα έπαιρνε το ρίσκο χρησιμοποίησης τους εναντίον των ΗΠΑ, της Νότιας Κορέας ή οποίας άλλης χώρας. Η χρήση τους θα κατέστρεφε αυτομάτως και τους λόγους ύπαρξής τους, ενώ παράλληλα θα ισοδυναμούσε με αυτοκτονία για το καθεστώς. Με τη χρήση των πυρηνικών όπλων, οι χώρες που αντιτείνονται στο καθεστώς θα είχαν κάθε λόγο να εισβάλλουν στη Βόρεια Κορέα ή αντίστοιχα να χρησιμοποιήσουν πυρηνικά όπλα ενάντια στο καθεστώς. Η Βόρεια Κορέα έχει κατανοήσει άλλωστε ότι η χρήση τους θα ακύρωνε τον αρχικό σκοπό της δημιουργίας τους που δεν είναι άλλος από  την επιβίωση του καθεστώτος.
Παρόλο που στην καθημερινότητα και μέσω των δυτικών μέσων ενημέρωσης το καθεστώς του Κιμ και ο ίδιος παρουσιάζονται ως ανορθολογικοί, στην πραγματικότητα η συμπεριφορά του στην σφαίρα του διεθνούς συστήματος είναι ορθολογική. Άλλωστε, ελάχιστα κράτη έχουν μία τόσο σταθερή και ορθολογική πολιτική. Το γεγονός ότι μία χώρα όπως η Βόρεια Κορέα, με μία μικρή οικονομία και μικρό πληθυσμό, καταφέρνει να κρατήσει τη μόνη υπερδύναμη μακριά από οποιαδήποτε επέμβαση στα εσωτερικά της ζητήματα το αποδεικνύει.[9] Εμφανίζοντας τον εαυτό του ως ανορθολογικό παίκτη, ο Κιμ καταφέρνει να προσελκύει την προσοχή προς αυτόν και τη χώρα του, λαμβάνοντας οικονομικούς πόρους ενώ παράλληλα αυξάνει το κύρος του καθεστώτος στο εσωτερικό της χώρας και στο εξωτερικό. Οι άλλες χώρες, υπό τον φόβο ενός πυρηνικού πλήγματος, εξαναγκάζονται να αποδέχονται το καθεστώς ως έχει.
Σχετικά με τον αντίκτυπο της ύπαρξης πυρηνικών για την εσωτερική πολιτική της χώρας, το καθεστώς του Κιμ χρησιμοποίει την εικόνα ενός ασπόνδου εχθρού για να διατηρήσει την υποστήριξή του πληθυσμού. Η μη υποστήριξή τους καθεστώτος θα είχε ως αποτέλεσμα την εισβολή των ξένων εχθρικών δυνάμεων στην επικράτεια της χώρας και επακόλουθη πτώση του καθεστώτος. Επιπρόσθετα όμως, καταφέρνει να δείχνει στον πληθυσμό πως καταφέρνει να επιτύχει τον σκοπό του, όντας ένας σημαντικός παίκτης στο διεθνές σύστημα.[10]
Η ύπαρξη των πυρηνικών μπορεί να αποτρέψει την κλιμάκωση σε έναν γενικευμένο πόλεμο ανάμεσα στη Βόρεια Κορέα και τη Νότια Κορέα, όπως αντίστοιχα είχε διατηρήσει μία ισορροπία ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ένωση την περίοδο του ψυχρού πολέμου. Με το ίδιο σκεπτικό, η ύπαρξη των πυρηνικών όπλων δεν ενθαρρύνει αναγκαστικά την αποσταθεροποίηση. Ορισμένες φόρες, εξαιτίας των πυρηνικών όπλων, η βία αποτρέπεται καθώς λαμβάνεται υπόψη η τεράστια καταστρεπτικότητά τους.[11]
Ωστόσο δεν αποτρέπει τη Βόρεια Κορέα από το να προβαίνει σε μικρής κλίμακας προκλήσεις. Το ίδιο είχε συμβεί και την περίοδο του ψυχρού πολέμου ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις. Παρόλο που ένας γενικευμένος πόλεμος ήταν απίθανος ανάμεσα στις δύο χώρες, οι προκλήσεις δεν έλειπαν σε χαμηλότερο επίπεδο. [12]Μία από τις πιο σημαντικές προκλήσεις έλαβε χώρα το 1998, όταν μία ομάδα ειδικών δυνάμεων της Βόρειας Κορέας έφτασε σε μικρή απόστασή από την προεδρική κατοικία με σκοπό να δολοφονήσει τον πρόεδρο της Νότιας Κορέας. [13]Ακόμη, το 2010 μία κορβέτα της Νότιας Κορέας βυθίστηκε και σκοτώθηκαν 46 ναυτικοί. Αν και τα αίτια της βύθισης παραμένουν αμφισβητήσιμα, η εξεταστική επιτροπή που το ερεύνησε κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η βύθιση προήλθε από βορειοκορεάτικη τορπίλη. Και οι δύο αυτές ενέργειες έλαβαν χώρα κατά την περίοδο που βρισκόταν στην εξουσία ο Κιμ Γιονγκ-Ιλ, ο οποίος θεωρείτο γενικότερα πιο ορθολογικός από το γιο του, Κιμ Γιονγκ Ουν.
Με την εκλογή του Τραμπ, οι σχέσεις των δύο χώρων αρχικά επιδεινώθηκαν, καθώς οι απειλές και από τις δύο μεριές για την κλιμάκωση σε έναν πυρηνικό πόλεμο αυξήθηκαν. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση Τραμπ προχώρησε σε περαιτέρω οικονομικές κυρώσεις ενάντια στην Πιονκγιάνκ. Το γεγονός αυτό ωστόσο λειτούργησε ευεργετικά, καθώς κατάφερε να φέρει τον Κιμ στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Παρά την αρχική εικόνα, οι δύο ηγέτες συναντήθηκαν στη Σιγκαπούρη όπου συζήτησαν την αποπυρηνικοποίηση της κορεατικής χερσονήσου. Στη συγκεκριμένη συνάντηση είχε συζητηθεί και η παύση κοινών ασκήσεων ΗΠΑ και Νότιας Κορέας, ενώ ο Κιμ είχε ζητήσει δεσμεύσεις για την ασφάλεια της χώρας του από την πλευρά των ΗΠΑ. Με τη δεύτερη συνάντηση να γίνεται στο Ανόι μεταξύ των δύο ηγετών η κατάσταση δείχνει να βελτιώνεται περισσότερο ανάμεσα στις δύο χώρες. Πλέον, η Βόρεια Κορέα έχοντας πετύχει τους στόχους της μέσω της πυρηνικής στρατηγικής της έχει μεγαλύτερο όφελος να βγει από την διεθνή απομόνωση και να αρθούν οι οικονομικές κυρώσεις εις βάρος της, καθώς είναι επιζήμιες για την οικονομία της. [14]
Οι σχέσεις των ΗΠΑ με τη Βόρεια Κορέα δεν ήταν οι μόνες που βελτιώθηκαν τον τελευταίο χρόνο. Ο Κιμ συναντήθηκε τρεις φορές με πρόεδρο της Νότιας Κορέας, Moon Jae-in, μέσα στο 2018. Ακόμη και η Κίνα, η οποία αποτελεί τον ισχυρότερο και μονιμότερο οικονομικό σύμμαχο της Βόρειας Κορέας επιθυμεί την αποπυρηνικοποίηση της κορεατικής  χερσονήσου και την εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Ακόμη και η Ρωσία προσπαθεί να αυξήσει την επιρροή της στην περιοχή, καθώς ξεκίνησε συνομιλίες με τη Νότια Κορέα για τη δημιουργία ενός αγωγού φυσικού αερίου που θα περνάει από τη Βόρεια Κορέα.[15] Με τη συνάντηση στο Ανόι, ο Κιμ μπορεί να ζητήσει μείωση των οικονομικών κυρώσεων εις βάρος της χώρας του, προσφέροντας ως αντάλλαγμα την παύση πυρηνικών δοκιμών.
Η Βόρεια Κορέα άλλωστε συντηρείται ως επί το πλείστον από την Κίνα, όμως και η τελευταία επιθυμεί όλο και περισσότερο την αποπυρηνικοποίηση της περιοχής. Η Κίνα, με την τεράστια αύξηση του εμπορίου της τα τελευταία χρόνια, έχει θέσει άλλες προτεραιότητες που αφορούν το εμπόριο. Ιδιαίτερα μετά την πυρηνική δοκιμή του 2017 από τη Βόρεια Κορέα, η οποία μπορούσε πλέον να φτάσει στην αμερικανική ενδοχώρα, η Κίνα αποστασιοποιήθηκε από τη Βόρεια  Κορέα και οι σχέσεις τους χειροτέρεψαν.
Με βάση τα παραπάνω είναι σχεδόν απίθανο η Βόρεια Κορέα να παρατήσει πλήρως τη πυρηνική στρατηγική της στο άμεσο μέλλον, καθώς δε θα μπορούσε να εξασφαλίσει πλέον την επιβίωσή της. Όποιες οικονομικές κυρώσεις ή διπλωματική απομόνωση δε θα μπορούσαν να την κάνουν να καταστρέψει τα πυρηνικά της όπλα. Η αποδοχή της κατάστασης ως έχει είναι αναγκαία και το κλειδί βρίσκεται στην προσπάθεια αποφυγής της χρήσης των όπλων αυτών, όχι στην άρνηση της αποδοχής τους ως υφιστάμενης κατάστασης. Η αποδοχή του status quo είναι η λιγότερο επικίνδυνη επιλογή. Αυτός είναι άλλωστε και ο στόχος της Βόρειας Κορέας και τον έχει επιτύχει, δείχνοντας ξανά την ορθολογικότητα του καθεστώτος.






[1] Πυρηνική επιλογή είναι η δυνατότητα απόκτησης πυρηνικού όπλου μετά από έναν χρόνο από τη εκδήλωση της πρόθεσης.
[2] Victor Cha and Katrin Fraser Katz, Trump, Kim, and the Dangers of Bromance Diplomacy, Foreign Affairs, 22 February 2019. [Online at: https://www.foreignaffairs.com/articles/north-korea/2019-02-22/what-expect-second-north-korea-summit ]
[4] Κωνσταντίνος Κολιόπουλος, “Η στρατηγική σκέψη από την αρχαιότητα έως σήμερα.”, Εκδόσεις Ποιότητα, 2008.
[5] Ibid.
[6] Thomas Plant and Ben Rhode, “China North Korea and the Spread of Nuclear Weapons”, Survival, Vol 55, No2,  August 2013. [Online at: https://www.academia.edu/7397332/China_North_Korea_and_the_Spread_of_Nuclear_Weapons ]
[8] Terence Roehrig, “North Korea, Nuclear Weapons and the Stability-Instability Paradox” , The Korean Journal of Defense Analysis, Vol. 28, No.2 , June 2016, pp 181-198. [Online at: https://www.researchgate.net/publication/303751525_North_Korea_Nuclear_Weapons_and_the_Stability-Instability_Paradox ]
[9] Sico van der Meer, “Why North Korea will never give up its nuclear weapons”, Clingendael Spectator, 20 March 2018. [Online at: https://spectator.clingendael.org/en/publication/why-north-korea-will-never-give-its-nuclear-weapons ]
[10] Sico van der Meer, “Why North Korea will never give up its nuclear weapons”, Clingendael Spectator, 20 March 2018. [Online at: https://spectator.clingendael.org/en/publication/why-north-korea-will-never-give-its-nuclear-weapons ]
[12] Terence Roehrig, “North Korea, Nuclear Weapons and the Stability-Instability Paradox” , The Korean Journal of Defense Analysis, Vol. 28, No.2, June 2016, pp 181-198. [Online at: https://www.researchgate.net/publication/303751525_North_Korea_Nuclear_Weapons_and_the_Stability-Instability_Paradox ]
[13] Terence Roehrig, “North Korea, Nuclear Weapons and the Stability-Instability Paradox” , The Korean Journal of Defense Analysis, Vol. 28, No.2 , June 2016, pp 181-198. [Online at: https://www.researchgate.net/publication/303751525_North_Korea_Nuclear_Weapons_and_the_Stability-Instability_Paradox ]
[14] Δημοσθένης Δημόπουλος, “Κορέα: Μεταξύ σφύρας και άκμονος η πορεία προς την ειρήνη”, Huffington post, 27 Μάιου 2018. [Online at: https://www.huffingtonpost.gr/entry/korea-metaxe-sferas-kai-akmonos-e-poreia-pros-ten-eirene_gr_5b0aa2fce4b0568a880c572a ]
[15] Victor Cha and Katrin Fraser Katz, Trump, Kim, and the Dangers of Bromance Diplomacy, Foreign Affairs, 22 February 2019. [Online at: https://www.foreignaffairs.com/articles/north-korea/2019-02-22/what-expect-second-north-korea-summit ]

 
Share:

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *